“Ήταν μόνο φασίστες;”

Άρθρο γνώμης του Κώστα Νικολόπουλου

 

Νιώθω πολύ άβολα διαβάζοντας όλες αυτές τις αναρτήσεις που καταγγέλλουν τους φασίστες για την αχαρακτήριστη επίθεση εναντίον του Μπουτάρη. Μου μοιάζει σαν προσπάθεια να καθαρίσουμε γρήγορα – γρήγορα ώστε να πάμε να κοιμηθούμε ήσυχοι, όντας σίγουροι ότι οι δράστες δεν είναι μέρος της κοινωνίας μας, δεν είναι κάποιοι από εμάς, αλλά βρίσκονται στο περιθώριο της, παρίες , δακτυλοδεικτούμενοι «φασίστες», άρα τους εντοπίζουμε, τους κατονομάζουμε και καθαρίσαμε. Βοήθησαν σε αυτό και οι μερικοί κουκουλοφόροι που έδρασαν, άρα όντως πρόκειται για φασίστες, αφού έκρυβαν τα πρόσωπα τους. Το πλήθος που αλλόφρον ούρλιαζε και σιγοντάριζε ή πρωτοστατούσε στους προπηλακισμούς εναντίον του Δημάρχου τι ήταν άραγε, μήπως και αυτοί περιθωριακοί φασίστες;

Η αλήθεια είναι ότι ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Άνθρωποι κατά τα άλλα φιλήσυχοι, νοικοκυραίοι που κοιτάζουν τις δουλειές τους, αν έχουν ακόμα. Άνθρωποι που έμαθαν σιγά –σιγά να πιστεύουν και χωρίς να το αντιλαμβάνονται, ότι όποιος είναι φιλικός προς τους ξένους είναι εχθρός τους, επειδή οι ξένοι φταίνε για πολλά αν όχι για όλα τα προβλήματα τους. Η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, δεν είναι φαινόμενα που περιορίζονται και εντοπίζονται στο περιθώριο της κοινωνίας μας, δεν είναι χαρακτηριστικά ούτε καν συγκεκριμένων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων, αλλά έχουν διαχυθεί σε ολόκληρη την κοινωνία.

Αρκεί να σκεφτεί κανείς εκφράσεις, στάσεις και συμπεριφορές διπλανών του ανθρώπων που τους συναντά στη δουλειά, στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο. Στάσεις και συμπεριφορές που φανερώνουν, ανασφάλεια, φόβο και πολλές φορές μίσος για το ξένο και το άγνωστο. Τα ευρήματα σε σοβαρές μετρήσεις της κοινής γνώμης είναι ενδεικτικά για την άνοδο της ξενοφοβίας και του συντηρητισμού σε κοινωνικά θέματα που είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Πως έγινε όμως αυτό, ήμασταν πάντα έτσι; Τα πράγματα δεν ήταν ποτέ ρόδινα, αλλά υπήρξαν εποχές που ήταν πολύ καλύτερα. Κατά τα χρόνια της κρίσης όμως, όλα πήγαν προς το χειρότερο. Σε ένα βαθμό αυτό είναι αντικειμενικό. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, οι ,άνθρωποι φοβούνται, μαζεύονται και βγάζουν τον άσχημο εαυτό τους. Όμως από την άλλη, δεν έκαναν ότι έπρεπε όσοι είχαν την ευθύνη να το κάνουν.

Πολλοί αντί να σταθούν απέναντι σε αυτήν τη τάση, την τροφοδότησαν εν γνώσει τους και την αξιοποίησαν για να αποκομίσουν οφέλη. Πολιτικοί, άνθρωποι του πνεύματος, ΜΜΕ, Εκκλησία, ελάχιστες φορές στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Αντίθετα καθημερινά βομβαρδίζεται η δημόσια σφαίρα με επιθετικό λόγο, με κρυφό ή φανερό μισαλλόδοξο λόγο, πολιτικές ηγεσίες κλείνουν τα μάτια, αν μυστικά δεν επιβραβεύουν κιόλας, στελέχη τους με τέτοιες συμπεριφορές. Αλλά και άνθρωποι που αντιλαμβανόμαστε στην καθημερινότητα μας τι είναι σωστό και τι όχι, πως πρέπει να αντιδράσουμε όταν συναντάμε το κακό, πολλές φορές κάνουμε ότι δε βλέπουμε γιατί είναι πιο βολικό για μας. Δεν αντιδράσαμε όταν ο γείτονας μίλησε άσχημα για τους πρόσφυγες, δεν αντιδράσαμε όταν ο φίλος μας άλλαξε σχολείο στο παιδί του επειδή αυτό που πήγαινε είχε πολλά προσφυγόπουλα, δεν αντιδράσαμε στην παρέα όταν έβριζαν του Σκοπιανούς, ή τους Τούρκους.

Δεν κάναμε πολλά που έπρεπε να κάνουμε. Όμως αυτό που σίγουρα δεν πρέπει τώρα να κάνουμε, είναι να πιστέψουμε ότι η ξενοφοβία, ο εθνικισμός και ο φασισμός, είναι κάτι που αφορά σε λίγους και περιθωριακούς που μπορούμε να τους εντοπίσουμε και να τους απομονώσουμε. Αντίθετα, είναι αντιλήψεις, αξιακό σύστημα και ιδεολογία που υπάρχει παντού στην κοινωνία μας, ανεξάρτητα αν δεν έχει εκφραστεί σε ανάλογο βαθμό στις εθνικές εκλογές ακόμα. Ο αγώνας θα είναι δύσκολος καθημερινός και πρέπει να δοθεί από πολλούς και σε πολλά επίπεδα, αν θέλουν να τον δώσουν, γιατί μπορεί και να μη θέλουν.