“Ανατομία της Εθνικής ήττας”

Άρθρο γνώμης του Γιώργου Κοσματόπουλου

Η συμφωνία Τσίπρα –Ζάεφ υπεγράφη στις Πρέσπες παρά τις τεράστιες αντιδράσεις στην ελληνική κοινή γνώμη και το πολιτικό σύστημα. Πριν και μετά την υπογραφή της ειδικοί και μη επί του θέματος κατέθεσαν τις κρίσεις τους. Τις πρώτες εκείνες ημέρες, δέχτηκα πολλά ερωτήματα από φίλους, στην πραγματική ζωή και στο διαδίκτυο, που με ρωτούσαν τη γνώμη μου για τις εξελίξεις. Το γεγονός ότι επικοινώνησαν μαζί μου άνθρωποι οι οποίοι εκπροσωπούν ένα μεγάλο εύρος ηλικιών και μορφωτικού επιπέδου, πέραν του γεγονότος ότι με τιμά, με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου που αγωνιά για το μείζον αυτό Εθνικό ζήτημα έχει ανάγκη μία πιο απλή και εκλαϊκευμένη ανάλυση των παραμέτρων του. Τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και κρατικής ασφαλείας είναι όντως ιδιαιτέρως  πολύπλοκα και  φυσικά το γεγονός ότι η δημόσια ζωή της χώρας μας βρίσκεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο είναι σε μεγάλο βαθμό απόρροια της λογικής της υπεραπλούστευσης που χαρακτηρίζει τον λαϊκισμό  και η οποία με τη σειρά της οδηγεί στη γενίκευση που,  ως αρχή του φασισμού, υπονομεύει την ίδια τη Δημοκρατία. Πρέπει όμως να αναζητηθεί ο τρόπος ώστε να επιτευχθεί  η καλύτερη δυνατή ενημέρωση των πολιτών ώστε να διαμορφώσουν την κρίση τους και να επηρεάσουν έτσι τις εξελίξεις. Γι’ αυτό θα προσπαθήσω να καταθέσω την άποψή μου όσο πιο κατανοητά για τον μέσο άνθρωπο.
Ποια είναι καταρχάς τα κριτήρια ώστε μία συμφωνία επί ενός Εθνικού ζητήματος να χαρακτηρισθεί καλή ή κακή ; Στο πεδίο των διεθνών και διακρατικών σχέσεων η πρώτιστη επιδίωξη είναι η επίτευξη του μεγίστου δυνατού οφέλους για το κάθε κράτος. Αυτός ο στόχος επιτυγχάνεται δια μέσου της κτήσης ισχύος, πολιτικής-οικονομικής-διπλωματικής-στρατιωτικής,  και της ορθής της χρήσης. Διότι εντός του  αδυσώπητου διεθνούς συστήματος, αν λειτουργήσεις αφελώς και ιδεοληπτικά πολύ απλά θα βρεθείς σε κατάσταση αδυναμίας και θα γίνει εύκολος στόχος για τους ισχυρότερους. Στόχος λοιπόν για κάθε υπεύθυνο και πατριώτη πολιτικό οφείλει να είναι η μεγιστοποίηση και η ορθή χρήση της ισχύος του κράτους του προς υπεράσπιση και επέκταση των συμφερόντων αυτού. 
Κατοχυρώνει η συμφωνία Τσίπρα τα Εθνικά μας συμφέροντα και αποκομίζει η Πατρίδα μας τα μέγιστα δυνατά οφέλη; Η ελάχιστη επιδίωξη της χώρας μας διαχρονικά ήταν η εξάλειψη του αλυτρωτισμού των Σκοπίων έναντι ημών προκειμένου να συναινέσουμε στην ένταξη της χώρας αυτής στους κόλπους του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Η εξασφάλιση δηλαδή ότι το γειτονικό κράτος θα σταματήσει να δημιουργεί προϋποθέσεις αμφισβήτησης των κεκτημένων μας, με τη δικαιολογία ότι έτσι ικανοποιεί δικά του δικαιώματα που εμείς του στερούμε.  Ο σκοπιανός αλυτρωτισμός έχει τις ρίζες του στο ιδεολόγημα του  ‘’Μακεδονισμού’’, της επιδίωξης δηλαδή για μια ‘’Μεγάλη Μακεδονία’’ που θα συμπεριλαμβάνει το σύνολο της γεωγραφικής περιοχής και τους πληθυσμούς που κατοικούν σε αυτήν και ανήκουν στο λεγόμενο ‘’Μακεδονικό έθνος’’ . Κομβικής σημασίας ήταν πάντοτε λοιπόν η μη αναγνώριση εκ μέρους μας ‘’Μακεδονικού έθνους’’ με την άρνηση  αναγνώρισης συστατικών εννοιών αυτού ήτοι του ονόματος, της γλώσσας και της ιθαγένειας  ως ‘’μακεδονικών’’.
            Το όνομα είναι αυτό που βρίσκεται στο προσκήνιο εδώ και δεκαετίες, περισσότερο από κάθε άλλη παράμετρο του ζητήματος και έχει δύο εκφάνσεις, αφενός οι όροι που χρησιμοποιούνται σε αυτό  και αφετέρου η χρήση του. Ως προς το πρώτο, περνώντας από πολλές φάσεις, χαράχτηκε κάποια στιγμή μία κοινή γραμμή στο ελληνικό πολιτικό σύστημα σύμφωνα με την οποία  η Ελλάδα δε δεχόταν μεν να αναγνωρίσει τη γείτονα χώρα με το όνομα ‘’Μακεδονία’’, δεχόεταν όμως την ύπαρξη του όρου αυτού εντός μίας σύνθετης ονομασίας η οποία να περιλαμβάνει έναν γεωγραφικό προσδιορισμό που εν πάση περιπτώσει να διαχωρίζει το τμήμα της ευρύτερης περιοχής που βρίσκεται εντός της ελληνικής επικράτειας από το τμήμα το οποίο καταλαμβάνει η ΠΓΔΜ. Πρόκειται  καταρχάς για μία υποχώρηση της ελληνικής πλευράς, τόσο σε επίπεδο ουσίας όσο και σε επίπεδο εντυπώσεων. Δε θα πρέπει όμως να λησμονούμε ότι η αποδοχή σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό κανονικά αποτελεί το έσχατο σημείο υποχώρησης των ελληνικών θέσεων και όχι το σημείο εκκίνησης των συζητήσεων όπως επικράτησε στη συνέχεια με ευθύνη διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων. Ότι πρόκειται για έναν οδυνηρό συμβιβασμό που θα κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε. Ως προς τη χρήση  η θέση μας ήταν  ότι το οποιοδήποτε όνομα προέκυπτε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται erga omnes δηλαδή ‘’έναντι όλων’’, απλούστερα να μη χρησιμοποιείται μόνο  στις μεταξύ μας σχέσεις ενώ στο εσωτερικό και όπου αλλού συμφέρει του Σκοπιανούς να χρησιμοποιείται το σκέτο ‘’Μακεδόνα’’.
 Παρουσιάζεται λοιπόν σαν μεγάλη επιτυχία, η προσθήκη του γεωγραφικού προσδιορισμού ‘’Βόρεια’’ έμπροσθεν του ονόματος ‘’Μακεδονία’’ που παράνομα, ανιστόρητα και προκλητικά  χρησιμοποιούν έως σήμερα οι Σκοπιανοί. Καταρχάς δεν υπάρχει νουνεχής άνθρωπος που να μην πιστεύει ότι  μετά από λίγο το ‘’Βόρεια’’ θα παραμεριστεί σε πρακτικό επίπεδο. Από εκεί και πέρα όμως η αναγνώριση της ‘’Βόρειας Μακεδονίας’’  εμπεριέχει  κινδύνους διότι  αυτομάτως συνεπάγεται την ύπαρξη και μίας ‘’Νότιας Μακεδονίας’’ η οποία βρίσκεται  στην Ελλάδα. Μπορεί η μελλοντική σκοπιανή προπαγάνδα να υποστηρίξει ότι πρόκειται για μία ‘’αλύτρωτη πατρίδα’’, ένα τμήμα της ‘’ενιαίας Μακεδονίας το οποίο βρίσκεται υπό ελληνική κατοχή και έτσι δεν πραγματώνεται το όραμα της εθνικής και κρατικής  ολοκλήρωσης’’.  Και για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα, το γεγονός ότι η προσωρινή αναγνώριση της χώρας αυτής περιέχει τη λέξη ”Μακεδονία” (Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας) δε συνεπάγεται ότι η Ελλάδα δεσμεύεται να την αναγνωρίσει απαραιτήτως με το όνομα αυτό άλλωστε η  Ενδιάμεση Συμφωνία με την οποία προέκυψε η αναγνώριση έχει παραβιαστεί πολλάκις από τη σκοπιανή πλευρά σε σημείο που κανονικά θα έπρεπε να επιστρέψουμε στο καθεστώς του εμπάργκο που προηγήθηκε αυτής, το 1994 ! Όσοι πάλι επικαλούνται το γεγονός ότι πολλές  χώρες έχουν αναγνωρίσει τη γείτονα με το σκέτο ‘’Μακεδονία’’ καλό θα είναι να θυμηθούν τι έπραξαν οι ίδιοι προς την κατεύθυνση αυτή. Διότι οι ΣΥΡΙΖΑίοι σταθερά, διαχρονικά και πολλές φορές φανατικά ήταν υπέρ τη παραχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας  στους σκοπιανούς (για να μην πάμε πιο πίσω και θυμηθούμε το ρόλο που έπαιξαν οι πολιτικοί τους πρόγονοι…) ενώ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ επέδειξαν τουλάχιστον ανεπάρκεια στη διαχείριση του ζητήματος μετά το 1995, όταν ξεκίνησε να διαμορφώνεται αυτή η κατάσταση διεθνώς.  Εφόσον επίσης υποστηρίζουν κάποιοι ότι η κατάσταση αυτή μας πιέζει προς μία κατεύθυνση η οποία δεν είναι συμφέρουσα για εμάς, προς τι η βιασύνη να λήξει τώρα το ζήτημα και όχι όταν το έδαφος θα είναι προσφορότερο όταν άλλωστε  δεν είναι η χώρα μας αυτή που βιάζεται περισσότερο ; Σε κάθε περίπτωση το όνομα είναι όχημα αλυτρωτισμού και υποσκάπτει τα Εθνικά μας συμφέροντα σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες υποχωρήσεις της ελληνικής κυβερνήσεως.
Η επίσημη γλώσσα της γείτονος  για πρώτη φορά αναγνωρίζεται εκ μέρους μας  ως ‘’μακεδονική’’, με την υποσημείωση ότι κατατάσσεται στις Νότιες Σλαβικές γλώσσες κάτι που  είναι ηλίου φαεινότερο ότι διεθνώς αλλά και εντός της χώρας αυτής ουδείς θα διευκρινίζει. Άλλωστε οι Σκοπιανοί ουδέποτε υποστήριξαν ότι η γλώσσα τους έχει σχέση με την Αρχαία Ελληνική αλλά ότι οι κάτοικοι της Μακεδονίας μιλούσαν Σλαβικά ενώ τα Ελληνικά τα ομιλούσε η μειοψηφία που καταπίεζε τους  σλαβόφωνους. Η κοινή γλώσσα είναι ακόμη ένα επιχείρημα περί συνοχής δήθεν ‘’Μακεδονικών’’ πληθυσμών εντός της Ελλάδος. Επανέρχεται έτσι  στο προσκήνιο η απόπειρα  ίδρυσης υπόπτων σωματείων στην περιοχή της Βορείου Ελλάδος για ‘’την προαγωγή της Μακεδονικής γλώσσας και πολιτισμού’’ στην οποία πρωταγωνίστησαν και πολιτικοί όπως εν ενεργεία  βουλευτής Φλώρινας του ΣΥΡΙΖΑ Κ. Σέλτσας και η οποία απετράπη ως αντιβαίνουσα τα εθνικά συμφέροντα από την ελληνική Δικαιοσύνη (μάλιστα ο ΣΥΡΙΖΑίος βουλευτής επεδίωξε από κοινού με άλλους και την καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για την υπόθεση αυτή) Αποτελεί δε τεράστιο σφάλμα η παραδοχή  της ελληνικής κυβερνήσεως ότι η αναγνώριση εκ μέρους της χώρας μας της γλώσσας ως Μακεδονικής έχει πραγματοποιηθεί ήδη από το 1977 μιας και έτσι ανοίγει ο δρόμος για να ισχυριστούν κάποιοι ότι επήλθε και γενικότερα αναγνώριση της ‘’Δημοκρατίας της Μακεδονίας’’ εντός του πλαισίου της τότε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ξέχωρα από το γεγονός ότι αν είχε αναγνωρισθεί από τότε ως τέτοια η γλώσσα της δε θα υπήρχε χρεία επίσης κατοχύρωσή της με την παρούσα συμφωνία.
Η ιθαγένεια  επίσης αναγνωρίζεται ως ‘’Μακεδονική’’ (και πάλι με αστεία υποσημείωση περί Πολιτών της Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονίας) επιβεβαιώνοντας ένα ακόμα επιχείρημα της σκοπιανής προπαγάνδας σύμφωνα με την οποία είναι άλλο οι Έλληνες και άλλο οι Μακεδόνες όπως άλλωστε είπε στην προσφώνησή του ο Ζάεφ πριν καν στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής της Συμφωνίας. Και οι ‘’Μακεδόνες’’ που βρίσκονται στη ‘’Νότια Μακεδονία’’ άνετα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διεκδίκηση της οργανωμένης σύστασης μειονοτικών οργανώσεων που θα διεκδικούν αυτονομία κινήσεων και θα τυγχάνουν της υποστήριξης από τη ‘’μητέρα-πατρίδα’’.
    Οι διαχρονικές επιδιώξεις λοιπόν των Σκοπιανών επιτεύχθηκαν  με την υπογραφή της Ελλάδας αλλά η αυτουπονόμευση και η αυτοταπείνωση εκ μέρους της πολιτικής μας ηγεσίας δεν τελειώνουν εκεί. Η ελληνική πλευρά όχι μόνο παραδέχτηκε ουσιαστικά ότι η χώρα μας αδίκως αρνούνταν επί δεκαετίες να συναινέσει στα ανωτέρω αλλά ‘’κατήγγειλε’’ και τον εαυτό της για αλυτρωτισμό θεσπίζοντας μάλιστα και προληπτικά μέτρα έναντι αυτού με αλλαγές στα σχολικά βιβλία και γενικώς αποχή από εκδηλώσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αλυτρωτικές. 
            Υποστηρίζεται ακόμη από πλευράς ελληνικής κυβερνήσεως αλλά και γενικότερα από τους θιασώτες της συμφωνίας ότι σε κάθε περίπτωση τα ελληνικά συμφέροντα είναι ασφαλή μιας και διατηρούμε τη δυνατότητα να μπλοκάρουμε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της γείτονος στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ σε περίπτωση που η ίδια δεν φανεί συνεπείς προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε, κυρίως ως προς την αναθεώρηση του Συντάγματός της προς αφαίρεση αλυτρωτικών αναφορών.  Και αυτό όμως το όπλο αποδυναμώνεται δεδομένου ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ θα αποφασισθεί πριν τεθεί σε ισχύ η συμφωνία με αποτέλεσμα αυτή να πραγματοποιηθεί με την ονομασία ΠΓΔΜ, κάτι το οποίο επίσης  απέρριπτε έως σήμερα η Ελλάδα. Έτσι μέχρι να φτάσουμε στο σημείο όπου η χώρα μας θα κυρώσει το πρωτόκολλο ένταξης  άλλες χώρες –  μέλη του θα το έχουν πράξει ήδη, με αποτέλεσμα  κι αν αποφασίσουμε αρνητικά να έχει δημιουργηθεί μία κατάσταση η οποία στην καλύτερη περίπτωση θα οδηγήσει σε νέες μακροχρόνιες διενέξεις με τους συσχετισμούς δυνάμενων που θα έχουν διαμορφωθεί αν είναι εναντίον μας.
Όσο δε για το περιβόητο erga omnes αυτό θα υλοποιηθεί σε βάθος πενταετίας και περισσότερο μετά τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας και  φυσικά ανακύπτουν ένα σωρό άλλα σημαντικά ζητήματα όπως αυτό των εμπορικών σημάτων κλπ που επίσης δε διευθετούνται προς όφελός  μας.
Είναι, θεωρώ, πασιφανές από όσα παρατέθηκαν ότι η Ελλάδα έδωσε πάρα πολλά και πήρε ελάχιστα. Ουσιαστικά ηττήθηκε στη διαπραγμάτευση μιας και καταπάτησε κόκκινες γραμμές δεκαετιών χωρίς να μπορέσει να αντισταθμίσει καμία απώλεια. Η Εθνική αυτή ήττα βάζει τη χώρα μας σε μεγάλους κινδύνους. Διότι κίνδυνος για ένα κράτος  δεν είναι μόνο η στρατιωτική εισβολή, όπως κουτοπόνηρα και εξυπνακίστικα υποστηρίζουν κατά τα άλλα ”πεφωτισμένοι” δημοσιολογούντες που αναρωτιούνται ‘’Εντάξει μωρέ και τι θα μας κάνουν ; Θα μας κατακτήσουν ;’’ Προφανώς και τα Σκόπια δεν είναι σε θέση να μας απειλήσουν δια των όπλων. Μπορούν όμως να χρησιμεύσουν  ως μέσο στα χέρια μεγαλύτερων δυνάμεων που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν την Ελλάδα. Με την είσοδο σε πρώτη φάση στο ΝΑΤΟ και ακολούθως στην ΕΕ η ΠΓΔΜ αποκτά τυπική ισότητα με εμάς στον τρόπο λήψης των αποφάσεων σε αυτούς τους οργανισμούς. Ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με την παρουσία της στο ΝΑΤΟ δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες οι όλο και στενότερες επαφές που αναπτύσσει με την Τουρκία, μία δύναμη με την οποία οι σχέσεις είναι μονίμως ψυχροπολεμικές και η οποία αμφισβητεί ξεκάθαρα την εδαφική μας ακεραιότητα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Η σύμπτυξη ενός άξονα μεταξύ Σκοπίων και Άγκυρας και η δημιουργία ενός μουσουλμανικού τόξου με την συμμετοχή και άλλων βαλκανικών χωρών όπου  εντοπίζονται συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί  θα είναι μία δυσμενέστατη για μας εξέλιξη, ενώ στο εσωτερικό της χώρας μας όπου ήδη υπάρχει μία στρεβλή κατάσταση με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, όπως προαναφέρθηκε, να στηθούν διάφορα επικίνδυνα σκηνικά με δήθεν ‘’μακεδονική μειονότητα’’.
. Μπορούμε να ελπίζουμε ότι η Εθνική αυτή ήττα δε θα οδηγήσει σε μία Εθνικής τραγωδία ;  Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει…