“Γυρνάμε, για λίγο ακόμη στην επαρχία Βιθυνίας”

επιμέλεια: Μιχάλης Τριανταφυλλίδης

Το Ακτσάκοτζα, είναι ένα ψαροχώρι, στη Μαύρη Θάλασσα. Πολύ πιο χαλαρό, από άποψη θρησκευτικών κανόνων, από ότι η Ντούζτζε.

Μας άρεσε να πηγαίνουμε, πολλά βράδια, για να μπορούμε σε κάποιες από τις παραθαλάσσιες ταβέρνες και να πίνουμε αλκοόλ.

Ήταν ένα μαγευτικό χωρίο, που μας είχε ξετρελάνει και γι αυτό, το βάλαμε αμέτι μουχαμέτι, να κάνουμε κάτι σοβαρό και εκεί.

Η πρώτη παρότρυνση, δόθηκε φυσικά, από τον Yasar Yakis, γιατί το Ακτσάκοτζα, ήταν το χωριό του. Όταν μάλιστα, πήγαμε ένα απόγευμα και στο σπίτι του, το πατρογονικό, στην κυριολεξία μείναμε άφωνοι, γιατί ο Yakis δεν υπήρξε ποτέ γόνος πλούσιας οικογένειας, αλλά, στο πατρογονικό του, καταγής, είχε χώμα πατημένο και δούλεψε σκυλίσια, για να μπορέσει να σπουδάσει και να γίνει το σπουδαίο που έγινε.

Ο καϊμακάμης του Ακτσάκοτζα, ήταν ένας άνθρωπος επίσης ευλογημένος, ο οποίος, πολύ προτού ξεκινήσουν οι κοινοτικές βοήθειες στην περιοχή, είχε βάλει τις γυναίκες του χωριού, ναι τις γυναίκες του χωριού, αυτές με τα μαντήλια, να καλλιεργούν, με τρόπο υποδειγματικό, παρακαλώ, μανιτάρια , στα υπόγεια των τζαμιών. Επειδή τα τζαμιά, όπως ίσως γνωρίζετε, είναι αυτόνομες οικονομικα και διοικητικά, μονάδες και ο ιμάμης κερδίζει τα προ το ζην όπως και η ενορία, από τα κέρδη που έχει το τζαμί, αξιοποιώντας το κτίριο, και τους γύρω χώρους που του ανήκουν, έβαλε τις γυναίκες να παράγουν μανιτάρια, αυτά τα άσπρα, τα σαμπινιόν ντε παρι, που τα λέτε.

Αυτός λοιπόν, ο καϊμακάμης, ενθουσιάστηκε από την γνωριμία μας και εμείς από την επικοινωνία μαζί του. Βάλαμε μπροστά και οργανώσαμε μια σειρά από προγράμματα, που θα τα ζήλευαν, πάρα πολλοί, λέω, σήμερα.

Καταρχάς στήσαμε μια μικρή μονάδα, παραγωγής σοκολάτας… Οι γυναίκες που έμαθαν τη δουλειά, τα έφτιαχναν και πουλούσαν σοκολατάκια, στα ξενοδοχεία της περιοχής. Και όχι μόνον αυτό. Έφτιαχναν και κουλουράκια για τα πρωινά και διάφορες άλλες λιχουδιές. Για δάσκαλο τους, είχαμε καλέσει, το συμπέθερο του αγαπημένου μας Σάκη Πανουσιάδη, έναν πολύπειρο μάστορη, που σχεδόν δυο μήνες, τις παίδεψε και τις έμαθε, να δουλεύουν τη σοκολάτα, να φτιάχνουν γλυκά, να αντιλαμβάνονται την αίσθηση του ωραίου γευστικού και εμφανίσιμου.

Παράλληλα, με αυτό είχαμε ξεκινήσει, μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά, με τα εστιατόρια.

Δεν θελήσαμε να αγγίξουμε καθόλου το θέμα αλκοόλ. Και για τον λόγο αυτό, στήσαμε ένα καταπληκτικό cluster, μεταξύ των μαγαζιών, το οπoίο παρακαλώ πολύ, πήγα και το είδα χρόνια μετά, είχε διατηρηθεί, είχε εξελιχθεί και μάλιστα μερικοί με περιμένανε, να βρούμε και επιπλέον λύσεις και προτάσεις, για την πρωτοποριακή δουλειά που είχαμε ξεκινήσει.

Ειλικρινά τα θυμάμαι, με ιδιαίτερη συγκίνηση, γιατί και αυτοί παρακαλώ πολύ, όλοι τους, από τον τελευταίο ψαρά μέχρι τον οποιοιδήποτε άλλο θέλετε να λογαριάσετε, την πονούσαν την δουλειά αυτή και θέλανε να πάει μπροστά.

Έτσι, υπόγραψαν όλοι μαζί, κατά την προτροπή του αγαπημένου μας φίλου και προσκεκλημένου μας, εκείνη την εποχή, Βασίλη Μπέλλη, από την ΑΝΚΑ, ένα σύμφωνο ποιότητας, που το ακλουθούσαν όλοι, ως κοράνι και η ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών, έξαιφνης εκτινάχθηκε, σε πολύ υψηλό επίπεδο.

Δεν ήταν κάποιο τυχαίο γεγονός. Ήταν μία ανατροπή, σε όσα γνώριζαν μέχρι εκείνη στην στιγμή. Αυτό τους βοήθησε πάρα πολύ, για να διαμορφώσουν μια καινούρια αγορά και το κυριότερο, να βρουν απασχόληση οι γυναίκες, που μέχρι εκείνη την στιγμή οι άντρες και τα αδέλφια τους, δεν τους επέτρεπαν να εργαστούν.

Στο χωριό, έχει πάρα πολλά μαγαζιά, που πουλούσαν φαγητό μαγειρεμένο, κι αυτό γιατί, κατέβαιναν οι άνθρωποι για να κάνουν τις δουλειές, από τα χωριά τους και επειδή δεν προλάβαιναν, να γυρίσουν μέχρι το μεσημέρι πίσω, έβρισκαν κάτι και έτρωγαν στις λοκάντες, του Ακτσάκοτζα . Και φυσικά και αυτές, μπήκαν μέσα στο χορό και αυτές κόψαν τα πλαστικά τραπεζομάντηλα και αυτές, άρχισαν να προσέχουν, πως σερβίρουν τις μερίδες και αυτες ήταν που εισήγαγαν,την λογική του ολίγη, δηλαδή μισή μερίδα. Μπουτζούκ πορσιόν. Και έγινε επανάσταση στα χρονικά, τα δικά τους, λογω του ότι αντιλήφτηκαν, πως πουλώντας και μισή μερίδα, μπορούσαν να έχουν αύξηση .

Ένας ψαράς μάλιστα, που δίπλα στη σκάλα, είχε και το «μανάβικο» που πουλούσε τα ψάρια του, άκουσε τη συμβουλή μας και έστησε σχάρα και σέρβιρε ψητό ψάρι και σαλάτα. Εκεί, δίπλα στα καΐκια, πάνω στη λαδόκολλα, τα έτρωγαν πίνοντας, είτε κόκα κόλα, είτε βυσσινάδα , ειτε σόδα.

Δύσκολο στ΄αλήθεια, να κατανοήσεις την πραγματική ανάγκη, κάθε φορά και να σύρεις τα βήματα σου, σιγά-σιγά, στο δικό τους ,τον χορό και όχι στον δικό σου

Γι αυτό αγαπήσαμε εξάλλου, τόσο πολύ όχι μόνο τον καϊμακάμη, αλλά και τον Yasar Yakis, τον οδηγό και μέντορα μας