Εκλογές 2019: Ένας σκληρός αγώνας ή μια άνιση μάχη;

Άρθρο γνώμης της Κατερίνας Μωυσοπούλου

Βρισκόμαστε στις αρχές Οκτώβρη και μία ανάσα πριν από την συνταγματικά κατοχυρωμένη λήξη της κυβερνητικής θητείας του κ. Αλέξη Τσίπρα. Το κλίμα παρατηρείται ιδιαίτερα τεταμένο με όλες αυτές τις πολιτικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων και των όσων έγιναν στην 83η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως ο κ. Α. Τσίπρας επέλεξε να αποφύγει την αναφορά σε δημόσια έργα που διενεργούνται το τελευταίο διάστημα στο εσωτερικό της πόλης ή ακόμα και σε ορισμένα μελλοντικά του σχέδια. Δε φάνηκε, δηλαδή, διατεθειμένος να κάνει έναν αναλυτικό απολογισμό, αλλά και ούτε να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Από την άλλη πλευρά η αξιωματική αντιπολίτευση με αρχηγό της τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη φάνηκε να ξεκαθαρίζει τις προθέσεις της, έχοντας ένα συγκεκριμένο, καλά μελετημένο – θα έλεγε κανείς – σχέδιο για την οικονομική, πολιτική αλλά και πολιτιστική αλλαγή της χώρας.

Αυτή η εμφανής αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο κόμματα, το ΣΥ.ΡΙΖ.Α και τη Νέα Δημοκρατία, καθώς και στους δύο αρχηγούς τους, τον κύριο Α. Τσίπρα και τον αντίπαλο του κο. Κ. Μητσοτάκη επιβεβαιώνεται και από τα προγνωστικά αποτελέσματα, που δίνουν στη δημοσιότητα οι εταιρίες δημοσκοπήσεων. Όλα δείχνουν, λοιπόν, πως οδηγούμαστε προς την εκλογική κάλπη με μοναδικό νικητή αυτή τη φορά τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Αναμένεται αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία, η οποία θα αγγίζει το ποσοστό του 36,9%, αφήνοντας πίσω οποιαδήποτε υπόθεση για σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Ειδικότερα, με βάση των όσων δημοσιεύτηκαν από «ΤΑ ΝΕΑ» και την εταιρία δημοσκοπήσεων Metron Analysis στις 22 Σεπτεμβρίου 2018, την πολυπόθητη αυτοδυναμία με 36,9% φαίνεται ότι εξασφαλίζει η Νέα Δημοκρατία, αφήνοντας πίσω της τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α με ποσοστό 28%. Πλέον ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτηρίζεται ως ο καταλληλότερος πρωθυπουργός για να αναλάβει τα ηνία στη παρούσα κατάσταση της χώρας μας.

Λαμβάνοντας υπόψη τη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, είναι πολύ σημαντικό να αναφερθούμε και στη στάση που θα  διατηρήσει αυτή τη φορά το εκλογικό σώμα, το οποίο – ας μην ξεχνάμε – έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναφορικά με τις τελευταίες εκλογές που διενεργήθηκαν στη χώρα μας, δηλαδή αυτές στις 20 Σεπτεμβρίου 2015, πρέπει να υπενθυμίσουμε το τεράστιο ποσοστό αποχής των ψηφοφόρων, η οποία χαρακτηρίστηκε μετέπειτα και ως η μεγαλύτερη αποχή της μεταπολίτευσης εκ μέρους του εκλογικού σώματος. Άρα εύλογα προκύπτουν τα παρακάτω ερωτήματα: «Πως είναι δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση αυτοδυναμίας όταν απέχει ένα σημαντικό ποσοστό του 20% των ελλήνων ψηφοφόρων;», «Μήπως οι ανερχόμενες εκλογές του 2019 θα διαψεύσουν και πάλι τα προγνωστικά;». Είναι κοινός τόπος, πως η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος είναι απογοητευμένη και παράλληλα οργισμένη. Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί πλέον να ανεχθεί άλλο τη στάση ενός μέρους του πολιτικού συστήματος, που κάθε μέρα, στους τηλεοπτικούς του δέκτες, «κουνάει» ως αναμάρτητο το δάχτυλο στην κοινωνία Άραγε η ψήφος στις βουλευτικές εκλογές του 2019 θα είναι μια ψήφος τιμωρίας προς τη κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α ή μια λελογισμένη, συλλογική στήριξη προς το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Η απογοήτευση και η σταδιακή αποπολιτικοποίηση του ελληνικού εκλογικού σώματος έχει φέρει και στην Ελλάδα ένα φαινόμενο, το οποίο καταγράφεται έντονα διεθνώς ως  «late swing». Αφορά, δηλαδή, τους ψηφοφόρους που αποφασίζουν σχεδόν πάνω από την κάλπη για το τι θα ψηφίσουν. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, θα μπορούσαμε ίσως να δικαιολογήσουμε την αναξιοπιστία των δημοσκοπήσεων, καθώς πως θα μπορούσαν να προβλέψουν το εκλογικό αποτέλεσμα, όταν και το ίδιο το εκλογικό σώμα είναι αψυχολόγητο και δε γνωρίζει μέχρι τελευταίας στιγμής τι ακριβώς θα ψηφίσει την ώρα της εκλογικής κάλπης;

Το μόνο που μας μένει, λοιπόν, να κάνουμε είναι να περιμένουμε με υπομονή την ημέρα των εκλογών. Το αποτέλεσμα αυτών θα κριθεί μόνο από τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος, το οποίο πιθανολογώντας, μπορεί να είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με αυτό που προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις.