Ευάλωτη Πραγματικότητα και Πολιτεία

Άρθρο του Παναγιώτη Δημητριάδη

Είναι αλήθεια, πως αν κάποιος δεν έχει στην οικογένειά του κάποιο άτομο με αναπηρία (Α.μεΑ.) ή μπλεγμένο με ναρκωτικά ή με κάθε άλλης μορφής ευαλωτότητα, τότε, κατά πάσα πιθανότητα, δεν έχει αναλογισθεί εις βάθος, τέτοιου είδους ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν τετριμμένο, αν αναφέρονταν, ότι σε κάθε κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις· είναι προφανές άλλωστε. Η ευαλωτότητα, δυστυχώς για τις σύγχρονες κοινωνίες, αντιμετωπίζεται ως ένα προσωπικό πρόβλημα του κάθε ανθρώπου και ελάχιστα εισέρχεται στην πολιτική ατζέντα, θεωρώντας εν τέλει την εκάστοτε «διαφορετική» ομάδα συνανθρώπων μας, ως παιδιά ενός κατώτερου θεού. Είτε μιλήσει κάποιος για ναρκωτικά, είτε για άτομα με αναπηρία, καλό θα ήταν να μην μπει σε διαδικασία διαχωρισμού, όσον αφορά την ένταση της «αδυναμίας». Κι αυτό διότι, αφενός τα άτομα με αναπηρία δίνουν τον δικό τους αγώνα κοινωνικής ένταξης και ενσωμάτωσης ενάντια στη διαφορετικότητά τους και αφετέρου τα άτομα, τα οποία εμπλέκονται με τα ναρκωτικά, παλεύουν και αυτά με τη δική τους συναισθηματική αναπηρία της εξάρτησης. Ωστόσο, για την οικονομία και τον σκοπό του παρόντος άρθρου, κρίνεται αναγκαίο να γίνει μια διάσπαση των περιπτώσεων.

Σχετικά με τα άτομα  με αναπηρία, και ιδιαίτερα εκείνα τα οποία φέρουν κάποια νοητική αναπηρία, είναι δεδομένη η ανυπαρξία πολιτικής βούλησης, καθότι τα τελευταία 10 χρόνια έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα, χάριν μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια βασική και αν μη τι άλλο τυπική εκπαίδευση. Η εκπαίδευση αυτή ωστόσο, αποτελεί μέχρι στιγμής το μόνο σημείο πρόνοιας, αν θα μπορούσαμε να πούμε, του κράτους απέναντι σε αυτά τα άτομα. Η γενική ανυπαρξία και αφάνεια της προαναφερθείσας πολιτικής βούλησης, έχει να κάνει μεταξύ άλλων και με τη μηδαμινή και ανεπαρκή στελέχωση, μόνιμου προσωπικού στις δομές εκπαίδευσης της ευπαθούς αυτής ομάδας. Συν τοις άλλοις, δε θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός, ότι υπάρχουν ελάχιστες κρατικές δομές, για τη συνέχιση της εκπαίδευσης των ατόμων αυτών. Όλα αυτά θα έλεγε κανείς εύλογα, ότι δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ασφυκτικό περιβάλλον επιβίωσης για αυτήν την ομάδα ανθρώπων. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαιτέρως σοβαρό, αν αναλογιστούμε πως αρκετές φορές οι κινήσεις της πολιτείας ή η ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου, στηρίζονται ως επί το πλείστον στον οίκτο των ανθρώπων και όχι σε μια ουσιαστική πολιτική.

Τα άτομα με αναπηρία δε θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παρίες της κοινωνίας, αλλά ως ισότιμα μέλη της. Μάλιστα η ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία μας, αντικατοπτρίζει την αλληλεγγύη και κατ’ επέκταση τον πολιτισμό που έχουμε σαν λαός. Έτσι, κρίνεται σκόπιμο να παραδειγματιστεί η σημερινή κοινωνία από την αγνότητα και τον καθημερινό «αγώνα ζωής» των ατόμων αυτών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό δε, κάθε μέρα να προσπαθείς να παραμένεις μέλος μιας κοινωνίας που σε αποδέχεται οριακά. Τα πράγματα όμως σταδιακά αλλάζουν και η Ελλάδα οφείλει να αγκαλιάσει όλα της τα παιδιά με όλες τους τις «αδυναμίες».

Η Ελλάδα γενικά βρίσκεται σε μια σωστή κατεύθυνση, ωστόσο θα πρέπει να μπουν ορισμένοι κανόνες, αλλά και να εξελιχτούν οι παρούσες υποδομές. Οι κανόνες και οι υποδομές, έχουν να κάνουν με την ορθότερη διαχείριση και διασφάλιση της καλύτερης δυνατής συνύπαρξης των ΑμεΑ στη σημερινή κοινωνία. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να ενισχυθεί η φροντίδα τους με εξειδικευμένο προσωπικό, αλλά και να χρησιμοποιούνται με θέρμη σύγχρονες μέθοδοι, οι οποίες θα μπορέσουν να βοηθήσουν τα άτομα αυτά να φτάσουν στο ανώτατο επίπεδο εξέλιξης που μπορούν. Στη φάση που βρισκόμαστε ως χώρα, θα μπορούσαν να γίνουν κατ’ αρχάς τα βασικά, όπως για παράδειγμα η μεταφορά των μαθητών αυτών στους χώρους εκπαίδευσης, τη στιγμή που μερικοί από αυτούς αναγκάζονται να περιμένουν ώρα μέσα στο κρύο ή να περπατήσουν αρκετά για να τους παραλάβει το λεωφορείο. Γεγονότα, που σε πολλά από αυτά τα παιδιά μπορούν να επιφέρουν τραυματικές συνέπειες, όπως επιληπτικές κρίσεις. Το τελευταίο αυτό παράδειγμα, είναι πραγματικό και αφορά το ΕΕΕΚ Πανοράματος, υπό την ευθύνη της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Κλείνοντας, παραμένω αισιόδοξος όπως οφείλουμε όλοι, καθώς τα τελευταία χρόνια, υπάρχει κινητικότητα προς την εξέλιξη της κοινωνικής πολιτικής, όσον αφορά τα άτομα με αναπηρία. Μάλιστα τα τελευταία τρία περίπου χρόνια τα σχολεία αυτά αποκτούν προσωπικό εκπαίδευσης πριν το Φεβρουάριο, ενώ αποτελεί ευχής έργον η παραμονή μας σε αυτή την κατεύθυνση.