Η σύγκρουση των δύο στρατοπέδων

Σχόλιο γνώμης του Γιώργου Σακκελίων

Από τη πρώτη μέρα της πανδημίας είχα γράψει πως ο ιός προσβάλλει ακριβώς τον πυρήνα του δυτικού τρόπου ζωής και είναι αποτέλεσμα ακριβώς αυτού του τρόπου ζωής και της εξέλιξης της τεχνολογίας.
Όσο περνάνε οι μέρες της ασταθούς «νέας κανονικότητας» μετά τους αποκλεισμούς και με το κίνδυνο για ένα νέο ισχυρότερο ενδεχομενως κύμα να κρέμεται συνεχώς πάνω από το κεφάλι μας, διαπιστώνω κάτι που έχω σκεφτεί από την πρώτη στιγμή και που το έχω συζητήσει με αρκετούς συναδέλφους καη γνωστούς:
Ο κόσμος σιγά σιγά χωρίζεται σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που απαιτούν αυστηρά μέτρα, αποκλεισμούς, αυστηρές τιμωρίες και κατάργηση κάθε δραστηριότητας που ενδεχομενως θα οδηγήσει σε αυξημένο επιπολασμο της νόσου και σε αυτούς που είτε από άποψη είτε από ανάγκη επιθυμούν την γρήγορη επιστροφή στους ρυθμούς και τους τρόπους ζωής πριν από την εμφάνιση της πανδημίας.
Οι δεύτερη ομάδα είναι ίσως μεγαλύτερη. Όμως η πρώτη είναι σαφώς πιο εκφραστική.
Οι σελίδες των ΜΚΔ γεμίζουν από προτροπές για αυστηρά μέτρα, με κατηγορίες προς την κυβέρνηση που επέτρεψε τα ταξίδια, τον τουρισμό, τα μπαρ και τα ξενύχτια, με αφορισμούς των πανηγυριών, των γάμων, των πάρτυ, των ταξιδιών και των μαζικών εκδηλώσεων. Είναι η πρώτη ομάδα, που είτε γνήσια λόγω κινδύνου και ευπάθειας, είτε λόγω μιας άλλης εσωτερικής προσέγγισης και τρόπου ζωής, κινδυνολογεί συνεχώς, κατηγορει για αδιαφορία και ανευθυνότητα τους πάντες που δεν συμμερίζονται τις απόψεις τους και απαιτεί από το κράτος το ρόλο του αυστηρού χωροφύλακα που θα πατάξει κάθε χαλάρωση.
Οι τοποθετήσεις συχνά έχουν ένα βικτωριανο πάθος, μια προτεσταντική κατακραυγή και καταδίκη κάθε διαδικασίας κοινωνικής χαλάρωσης, είτε αυτό αφορά στη μάσκα και στην τήρηση των αποστάσεων είτε αφορά στις γιορτές και στα πανηγύρια. Θα έλεγε κανείς, κάποιες στιγμές, πως οι άνθρωποι αυτοί, ενώ η όλη τους ρητορική βασίζεται στην αγάπη για τη ζωή και τη διατήρηση της, δεν αγαπούν αυτά που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ότι γεμίζουν τη ζωή με χαρά και διασκέδαση.
Από την άλλη, η ομάδα της επιστροφής στην κανονικότητα, χαρακτηρίζεται από μια απίστευτη αδιαφορία για τη νόσο, μια πίστη πως «ότι είναι να γίνει ας γίνει», πως δεν μπορούμε πια να περιορίζουμε τη ζωή μας για να διαφυλάξουμε τη ζωή μας.
Όλο και πιο συχνά ακούω (δειλά είναι η αλήθεια και χωρίς πολύ έμφαση στη διαφήμιση της, την άποψη: ας τελειώσουμε πια: να αρρωστήσουν όλοι, να γίνει ότι είναι να γίνει και να συνεχιστεί η ζωή όπως πριν.
Εγκλωβισμένοι σε αυτήν τη δεύτερη ομάδα της ταχείας επιστροφής στην πρότερη κανονικότητα, είναι η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομενων στους κλάδους της εστίασης, της φιλοξενίας και της διασκέδασης.
Ένας μικρός κοινωνικός αυτοματισμός γεννιέται και θέλει προσοχή ο τρόπος διαχείρισης του: οι συνταξιούχοι, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, αυτοί που δεν έχουν παιδιά ή εργάζονται σε τομείς που μπορούν να απασχοληθούν από το σπίτι, απαιτούν κλειστά μπαρ, κλειστα ξενοδοχεία, κλειστα σύνορα, κλειστα σχολεία, κλειστα σινεμά. Απαιτούν δηλαδή, άθελα τους κι όχι από προσωπική κακία, την οικονομική καταστροφή ενός μεγάλου μέρους της ελληνικής οικονομίας και απασχόλησης.

Όσο αργεί το εμβόλιο ή/και μια πραγματική θεραπεία της νόσου και όσο πλησιάζουμε προς το χειμώνα και μια νέα έξαρση της επιδημίας, ο διαχωρισμός αυτός θα γίνεται πιο έντονος! Και η διαχείριση του θα γίνεται από πολύ δύσκολη έως αδύνατη.