Μάθαμε να φοβόμαστε τον ΣΥΡΙΖΑ: Για πόσο ακόμα;

Άρθρο γνώμης του Μαρίνου Κωνσταντίνου

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει βγει στη δημοσιότητα ένα ενημερωτικό σημείωμα (βλ. αναλυτικά εδώ) από τη Φώφη Γεννηματά με το οποίο επιτίθεται πολιτικά στον Αλέξη Τσίπρα και τοποθετείται στη συζήτηση των ημερών για το κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και το κατά πόσο πρέπει να συμπλεύσει το Κίνημα Αλλαγής μαζί του στο πλαίσιο ενός αντιδεξιού αγώνα σε βάρος του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Προσπερνώντας τη συζήτηση για το κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε ή όχι σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (το ενημερωτικό σημείωμα της επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής απαντά πειστικά σ’ αυτό το ερώτημα) και προσπερνώντας το ερώτημα για το εάν πρέπει σώνει ή όχι το Κίνημα Αλλαγής να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, ας εστιάσουμε σε κάτι που φαίνεται ότι ακόμη δεν έχουμε ξεπεράσει:

Τον πολιτικό φόβο απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα συγκεκριμένα, ο οποίος ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την όλη συζήτηση που διεξάγεται στο διαδίκτυο, στα social media και τις εκπομπές της τηλεόρασης.

Ο φόβος αυτός δεν προέκυψε τα χρόνια που ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνά με τους ΑΝΕΛ. Αυτός ο φόβος έχει ως καταγωγικές ρίζες τα χρόνια του ηρωικού αντιμνημονίου που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ για να πάρει την εξουσία τον Ιανουάριο του 2015 και κορυφώθηκε με το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015 και τις δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015.

Μέσα σε έναν χρόνο ο Τσίπρας κέρδισε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, πετυχαίνοντας δύο απλά πράγματα: Αφενός, τη δημιουργία ενός συνδρόμου ήττας, προβάλλοντας την εικόνα του ανίκητου. Αφετέρου, τη δημιουργία μιας αδιόρατης ενοχής στα κόμματα που κυβέρνησαν την προηγούμενη περίοδο, φορτώνοντας ειδικά στο ΠΑΣΟΚ την ευθύνη για την Μεταπολίτευση και την υπαγωγή στα μνημόνια, εμπεδώνοντας την εικόνα “αυτοί έτρωγαν για σαράντα χρόνια, φτιάχνοντας ένα διεφθαρμένο καθεστώς κομμένο και ραμμένο για αυτούς”.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με το αίσθημα του νικητή κατάφερε απενοχοποιημένα να εφαρμόσει πιστά και αδιατάρακτα ένα ολόκληρο μνημόνιο, πετυχαίνοντας (εκτός συγκλονιστικού απρόοπτου) την πλήρη εξάντληση της κυβερνητικής θητείας με την διάρκεια του μνημονίου, κάτι που δεν πέτυχαν ούτε ο Παπανδρέου, ούτε ο Σαμαράς, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους, οι οποίοι είναι γνωστοί και έχουν επανηλειμμένα ειπωθεί.

Πατώντας πάνω στα σύνδρομα της ήττας και της ενοχής, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε και επεβίωσε από το μνημονιακό καμίνι, κρατώντας ακέραιες τις πολιτικές του δυνάμεις. Και αφού το κατάφερε αυτό, προσπαθεί ακόμη και σήμερα να τα χρησιμοποιήσει απέναντι στο Κίνημα Αλλαγής, προσπαθώντας το κάνει είτε κόμμα δορυφόρο, είτε αποσπώντας ένα κομμάτι αυτού για να επιβιώσει πολιτικά. Από τις αρχές του χρόνου ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διευρύνει το ακροατήριο του, είτε με το Μακεδονικό, είτε με την απλή αναλογική στην τοπική αυτοδιοίκηση, είτε με τα δικαιωματικά νομοσχέδια, είτε τέλος με τη συνταγματική αναθεώρηση.

Συνδυάζοντας τα σύνδρομα ήττας και ενοχής τι λέει με απλά λόγια στο Κίνημα Αλλαγής;

Βρες τα μαζί μου, γιατί αν δεν τα βρεις θα σε ταυτίσω με τον Μητσοτάκη και θα συντριβείς στις εκλογές

Πολιτικά ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάθε δικαίωμα να υιοθετήσει αυτή τη στρατηγική. Αλλά πολιτικά το Κίνημα Αλλαγής δεν έχει κανένα δικαίωμα να την υιοθετήσει, γιατί για ακόμα μια φορά πέφτει στην παγίδα του ετεροπροσδιορισμού.

Αλλά και σε μια ακόμη που έχει ειπωθεί και σε άλλες αφορμές: Υπάρχει μια περιρρέουσα εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας προσωπικά έχει πέραση στις μάζες, την οποία πρέπει με κάποιον τρόπο να τις εκμεταλλευτούμε διότι αλλιώς μας περιμένει η πολιτική εξαφάνιση.

Είναι όμως έτσι;

Ας θυμηθούμε προς απάντηση το εξής: Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Τσίπρας προσωπικά στο απώγειο της επιρροής του έλαβαν από τον ελληνικό λαό το ποσοστό του 36%. Στο απώγειο της αντιμνημονιακής ελπίδας και στο απώγειο της σύγκρουσης του νέου με το παλιό ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε 36%, επιστρατεύοντας δύο φορές τον Καμμένο για να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να είναι αυτοδύναμος, όπως δεν κατάφερε ποτέ να έχει την διείσδυση σε μαζικούς χώρους και στην αυτοδιοίκηση που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό “κόμμα εξουσίας”.

Αντίθετα, πατώντας στις τρεις συνεχόμενες εκλογικές νίκες και χρησιμοποιώντας το σοκ του 62% στο δημοψήφισμα, εμπεδώθηκε η εντύπωση ότι ο Τσίπρας είναι ισχυρός, ακλόνητος και χαρισματικός, όπου αν δεν μπορώ να τον κερδίσω, θα συνθηκολογήσω ή στην απέλπιδα προσπάθειά μου να τον κερδίσω θα γίνω σαν κι αυτόν (λογική αντι-ΣΥΡΙΖΑ, που υιοθετεί η ΝΔ και μέρος του χώρου που τοποθετείται στον ευρύτερο χώρο της προοδευτικής παράταξης).

Και το ενδιαφέρον ποιο είναι; Ότι η εικόνα του πανίσχυρου Τσίπρα εδραιώθηκε την επαύριο κατάρρευσης μιας λάθος εκτίμησης, για να μην πούμε αυταπάτης του χώρου του Κινήματος Αλλαγής. Είναι γνωστό ότι μέχρι πρότινος αποδίδονταν στον ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά προσωρινότητας, ότι θα εφαρμόσει το μνημόνιο και αμέσως μετά θα εξαφανιστεί, με τους ψηφοφόρους που πήρε μαζί του να επιστρέφουν στο “πατρικό” τους.

Και επειδή τώρα βλέπουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας κάθε άλλο προσωρινοί είναι, προσπαθούν, είτε άμεσα, είτε έμμεσα να αποδώσουν στο Κίνημα Αλλαγής τον χαρακτήρα του προσωρινού, όχι βέβαια πως δεν ευθύνεται γι αυτό και το ίδιο για λόγους που έχουν εξαντλητικά ειπωθεί στον δημόσιο διάλογο.

Αυτή η αίσθηση προσωρινότητα του Κινήματος Αλλαγής είναι αυτή που δημιουργεί το αίσθημα ανασφάλειας, μολονότι τον Νοέμβριο του 2017 212 χιλιάδες πολίτες ήρθαν και στήριξαν την προσπάθεια. Κι αυτή την ανασφάλεια μυρίζει ο Τσίπρας και προσπαθεί να διεμβολίσει τον χώρο, πετώντας του συνεχώς διλήμματα επί των οποίων οφείλει να απαντήσει.

Χαρακτηριστικό είναι το εξής απλό παράδειγμα: Φίλος του ΣΥΡΙΖΑ το Κίνημα Αλλαγής όταν πρότεινε τη συνταγματική αναθεώρηση. Εχθρός του ΣΥΡΙΖΑ το Κίνημα Αλλαγής που ζητά εδώ και τώρα εκλογές. Κι αυτή η λούπα θα συνεχίζεται ολοένα και περισσότερο μέχρι τις εκλογές, όποτε κι αν αυτές γίνουν.

Ενώπιον αυτών των δεδομένων, τι πρέπει να γίνει;

Πρώτον, απεγκλωβισμός από τον ετεροκαθορισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Από το 2012 είναι το κρίσιμο εθνικό θέμα και κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει αυτό

Δεύτερον, εδώ και τώρα διαμόρφωση αφηγήματος και προτάσεων για το αύριο της χώρας με αξιοποίηση σύσσωμου του στελεχιακού δυναμικού

Τρίτον, η εμπέδωση ότι το Κίνημα Αλλαγής με τα στραβά και τα κακά του είναι το σπίτι όλων όσων δεν πήγαν είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε με τη ΝΔ, ότι αυτό το σπίτι θα σταθεί με την αυτοδέσμευση όλων

Τέταρτον, η συνειδητοποίηση ότι ο Τσίπρας θέλει να απορροφήσει τον χώρο της κεντροαριστεράς, επειδή ακριβώς δεν του ανήκει. Εκτυλίσσονται δύο ανταγωνιστικά σχέδια για το ποιος θα κληρονομήσει οριστικά αυτό που λέμε τη Δημοκρατική Παράταξη. Το να γίνεις παρακολούθημα του Τσίπρα είναι σαν να τον αναγνωρίζεις ως τον διάδοχο του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ δεν είναι.

Και τέλος,

Πέμπτον, την οργανωτική, πολιτική, ιστορική και ιδεολογική ενοποίηση του προοδευτικού χώρου. Όσο δεν συμβαίνει αυτό, όσο συνεχίζει το Κίνημα Αλλαγής να αποτελεί μια χαλαρή συνομοσπονδία κομμάτων, κινήσεων και υποψηφίων, αυτές οι παθογένειες δυστυχώς δεν θα εκλείψουν, αλλά θα ενταθούν στο δρόμο προς τις εκλογές..