Μία επίσκεψη στο Γεντί Κουλέ, σου αλλάζει την ζωή..

Του Αλέξανδρου Παναγιωτίδη

Είναι από τις επισκέψεις που δεν μπορείς να τις αποτυπώσεις σε μια κόλλα χαρτί, νιώθεις πως ότι και να πεις θα είναι λίγο και δεν θα μπορείς να μεταφέρεις αυτό το οποίο έχεις νιώσει, κάνοντας την πιο απλή κίνηση να πάρεις ένα λεωφορείο (23) από το κέντρο της πόλης και να πας σε μία από τις πιο όμορφες γειτονιές της Θεσσαλονίκης, σε ένα από τα πιο όμορφα μνημεία της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, θα κάνεις το πιο όμορφο δώρο στον εαυτό σου.

Τι είναι το Γεντί Κουλέ;

Ένα ιστορικό μνημείο στην ακρόπολη της Θεσσαλονίκης. Το Επταπύργιο, γνωστό και ως Γεντί Κουλέ, είναι από τα μνημεία που θα ήθελες να έχουν φωνή για να σου πουν τις ιστορίες που έχουν βιώσει. Θα γυρίσουμε για λίγο πίσω στον 9ο αιώνα εκεί που οι αρχαίοι αποφάσισαν να χτίσουν ένα φρούριο με μια σειρά από τοίχους στο υψηλότερο σημείο της Θεσσαλονίκης, στην ακρόπολη της, για να μπορούν να βλέπουν και να ελέγχουν πιθανούς εισβολείς από τον Θερμαϊκό. Αυτή ήταν και η αρχή της μακρόχρονης ιστορίας ενός από τα πιο ιστορικά κτήρια στην Θεσσαλονίκη.

Το πρόσωπο των φυλακών ανά τους αιώνες άλλαζε, από ένα ιστορικό μνημείο θα γίνει φυλακή επί της Τουρκοκρατίας και θα αλλάξει σε φυλακή πολιτικών κρατουμένων από το 1910, με αποκορύφωμα την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Πολλές πολιτικές προσωπικότητες, κυρίως της Αριστεράς, θα περάσουν (τα επόμενα χρόνια) τις πύλες του «Γεντί Κουλέ», χαράζοντας και αυτοί με την σειρά τους τα ονόματα τους στα κελιά των φυλακών.

Με το πρώτο σου βήμα στο επταπύργιο νιώθεις τον πόνο, τον τρόμο και το δέος που αρμόζει σε ένα μέρος όπως αυτό, είναι από τα μέρη που θα τα σεβαστείς χωρίς να στο επιβάλλει κανείς, θα το σεβαστείς γιατί ακόμα και τώρα είναι σαν να ακούς τους κρατούμενους να μιλάνε μεταξύ τους, να μιλάνε με τους συγγενείς του και σαν να τους βλέπεις να πηγαίνουν στο ταχυδρομικό κουτί να παραλάβουν το μοναδικό (ανά μήνα) γράμμα που δικαιούταν από την αγαπημένη τους Μάνα, κόρη, γυναίκα.

Τι μπορούμε να πούμε εμείς όταν τα έχει πει όλα ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στο ποίημα του Παρενθέσεις το 1949, μέσα από το κελί του στο Γεντί Κουλέ.

Φίλοι

Που φεύγουν

Που χάνονται μια μέρα

Φωνές

Τη νύχτα

Μακρινές φωνές,

Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους

Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση

Ερείπια

Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,

Στα σιδερένια κρεβάτια

Όταν το φως λιγοστεύει …Τα ξημερώματα.

(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

Μέσα από αυτό το ρεπορτάζ θα προσπαθήσουμε να μάθουμε τις φυλακές την περίοδο από το 1910 έως το 1978, την περίοδο που λειτούργησαν ως κολαστήρια για τους πολιτικούς κρατούμενους.

Η αρχή

Με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος το 1910 στην χώρα μας, αρχίζουν να συλλαμβάνονται και να μεταφέρονται στο επταπύργιο οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι.

Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, θα φτιάξουν ένα καφενεδάκι στην είσοδο του Γεντί Κουλέ, σε αυτό το καφενέ συγγενείς και φίλοι των κρατουμένων περίμεναν υπομονετικά να δουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, η βιοτική ανάγκη των προσφύγων γέννησε τα καπελάκια, τα καπελάκια τα νοίκιαζαν οι συγγενείς με ένα μικρό χρηματικό αντίτυπο, και τα φορούσαν για να ξεχωρίζουν από τους κρατούμενους όταν πήγαιναν να τους επισκεφτούν.

 

Οι δύο αποδράσεις που θα αφήσουν ιστορία

Οι φυλακές του Γεντί Κουλέ θεωρούνταν, και όχι άδικα, οι πιο σκληρές φυλακές στην Ελλάδα, από τις οποίες ήταν πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο να δραπετεύσεις, τίποτα όμως δεν μπορεί να περιορίζει τον άνθρωπο που θέλει να παλέψει για την Ελευθερία του.

Δύο αποδράσεις στο Γεντί Κουλέ, και οι μοναδικές, θα μείνουν στην ιστορία για το πόσο θεαματικές ( η μία εξ αυτών ) και πόσο απλοϊκές (η άλλη) ήταν.

Τον Ιανουάριο του 1925 ο Λήσταρχος Τζάτζας, με την βοήθεια της αρραβωνιαστικιάς του δραπετεύει από το κολαστήριο με έναν θεαματικό τρόπο. Θα πηδήξει από τα κάστρα της φυλακής και θα χρησιμοποιήσει σαν αλεξίπτωτο μία ομπρέλα θαλάσσης που του είχε φέρει η αγαπητικιά του.

Όσο θεαματική είναι η μία δραπέτευση, τόσο απλοϊκή είναι αυτή του γ.γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. του Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος θα αφήσει μούσια, μαλλιά και θα ντύνετε σαν ράκος δημιουργώντας αυτήν την εικόνα στους δεσμοφύλακες του. Σε ένα επισκεπτήριο μία Συντρόφισσα του, θα του φέρει ένα καπέλο, ο Νίκος Ζαχαριάδης θα ξυριστεί, θα κουρευτεί θα αλλάξει ρούχα και θα ξεφύγει από τα δεσμά της φυλακής προσπαθώντας να οργανώσει την το αντιδικτατορικό μέτωπο.

Η Απομόνωση

Τα οκτώ κελιά της απομόνωσης θα μείνουν βαριά ριζωμένα στους ανθρώπους που τα έχουν επισκεφθεί.
Με το μόνο φως να μπαίνει από ένα παραθυράκι για δύο μόνο ώρες την ημέρα οι υγρασία και η μυρωδιά ήταν ένα ακόμη χτύπημα στον κρατούμενο με σκοπό να υπογράψει δήλωση μετάνοιας ή να βγει από τον «τάφο» (όπως αποκαλούσαν το μικρό κελί) σαν ένα ανθρώπινο κυριολεκτικά ράκος.

Τα εγκλήματα για να μπεις απομόνωση πολλά αλλά στην περίοδο του 47’ και μόνο που συμμετείχες στην Εθνική Αντίσταση ήταν ένας λόγος για να οδηγηθείς στην απομόνωση χωρίς περαιτέρω αιτία.

Ίσως αν παραθέσουμε τους στίχους ενός τραγουδιού να μπορέσουμε έστω και λίγο να μπούμε και εμείς στην απομόνωση..

 

Νύχτωσε και στο Γεντί,

το σκοτάδι είναι βαθύ,

κι όμως ένα παλικάρι

δεν μπορεί να κοιμηθεί.

Άραγε τι περιμένει,

όλη νύχτα ως το πρωί,

στο στενό το παραθύρι,

που φωτίζει το κελί.

Πόρτα ανοίγει, πόρτα κλείνει,

μα διπλό είναι το κλειδί,

τι έχει κάνει και το ρίξαν το παιδί στη φυλακή 

Το συγκεκριμένο τραγούδι λογοκρίθηκε και έπρεπε να αλλάξει τους στίχους του γιατί όλος ο κόσμος ήξερε τι έκανε το παλικάρι.. απλά πίστευε στις ιδέες του..

Τα βασανιστήρια

Στα κελιά της απομόνωσης περνούσαν τις τελευταίες τους μέρες οι καταδικασθείς σε θάνατο πολιτικοί κρατούμενοι, στα κελιά της απομόνωσης το ξύλο ήτανε πολλή με ανθρώπους να μην αντέχουν και να ξεψυχούν, όπως ο Καπνεργάτης Σπανίδης, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στο κελί της απομόνωσης μην αντέχοντας τα βασανιστήρια που είχε υποστεί. Το ημερολόγιο έδειχνε 12 Νοεμβρίου 1932.

Οι εκτελέσεις

Την περίοδο της κατοχής οι Γερμανοί φυλακίζουν και μετέπειτα δολοφονούν Θεσσαλονικείς αγωνιστές της αντίστασης με την κατηγορία του σαμποτάζ, αυτή ήταν η αρχή στον λουτρό αίματος που θα ακολουθούσε στην περιβόητη αλάνα έξω από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ.

Το μένος τους οι κατακτητές το δείχνουν στο πρόσωπο του Αρχιμανδρίτη Κοζάνης Ιωακείμ Λιόλια τον οποίο συλλαμβάνουν επειδή μετέφερε πληροφορίες σε αντάρτες για τις κινήσεις των Γερμανών. Τον Αρχιμανδρίτη τον βασανίζουν επί σειρά ημερών μέχρι τελικώς να τον δολοφονήσουν χωρίς να του δώσουν δικαίωμα να απολογηθεί.

Με το τέλος της Γερμανικής κατοχής άρχισαν οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις Κομμουνιστών αγωνιστών, οι οποίοι ήταν μέλη του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ του ΔΣΕ και της ΕΠΟΝ. Οι πρώτοι δύο πολιτικοί κρατούμενοι που δολοφονούνται με βάση το τρίτο ψήφισμα (έβγαζε παράνομο το ΚΚΕ και καταδίκαζε εις θάνατο τους Κομμουνιστές) ήταν δύο νεαροί αγρότες από το Κιλκίς, ο Θεοχάρης Σαπρανίδης και ο Γιώργος Κάλεμος, τους οποίους ο στρατονόμος Τάμβακας τους έβαζε να σκάβουν τους τάφους τους πριν την εκτέλεση.

«Αδέλφια! Άδικα θέλετε να μας σκοτώσετε… Είμαστ’ αθώοι… άδικα……»
Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε την ζωή ο Καλέμος προσπαθώντας να αλλάξει την γνώμη των εκτελεστών του.. Άδικα..

Η Εκτέλεση που ξεσήκωσε τον Κόσμο

Εκτελέσεις πολλές μία έμεινε στην μνήμη των ανθρώπων του Αγίου Παύλου. Η εκτέλεση της Κούλας Ελευθεριάδου θα μείνει στην μνήμη ως η πρώτη γυναίκα που εκτελείτε για τα πολιτικά της φρονήματα. Την ημέρα πριν εκτελεστεί συντάσσει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τους δικούς της ανθρώπους:

«Αγαπημένοι μου,

Ο τέτοιος θάνατός μου ίσως να σας φανεί σαν ένα γερό χτύπημα. Ομως αν καλοσκεφτείτε θα βρείτε ότι καλύτερα που πεθαίνω για τα ιδανικά μου τίμια, που είναι και ιδανικά όλων των εργαζομένων, παρά να ζήσω άτιμη προδίδοντας το κόμμα μου, που στέκει πρωτοπόρο και καθοδηγεί το λαό μας στην πάλη του για Εθνική Ανεξαρτησία και Λαϊκή Λευτεριά. Είμαι περήφανη γιατί πεθαίνω σαν λαϊκή αγωνίστρια και μέσα από τις γραμμές του ηρωικού ΚΚΕ.

Στερνή μου επιθυμία για σας τους σπιτικούς μου είναι να πονέσετε, αγαπήσετε και δώσετε ότι μπορείτε στο Κόμμα που παλεύει για τα καθολικά λαϊκά συμφέροντα, στο Κόμμα που έλαχε σε μένα η τιμή να είμαι μέλος του.

Πες τε σ’ όλες τις γνωστές κομμουνίστριες, ΕΑΜίτισσες, ΕΠΟΝίτισσες και όλες τις Δημοκράτισσες που παλεύουν για τα δικαιώματα και τη χειραφέτηση της Ελληνίδας, ότι τα φονικά βόλια του νεοφασισμού που τρύπησαν το στήθος μου, τους βάζουν καινούργια καθήκοντα για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική απολύτρωση της Ελληνίδας.

Μην κλαίτε για το χαμό μου. Δεν χάθηκα. Επιτελώντας το εθνικό, λαϊκό, κομματικό μου καθήκον, πότισα κι εγώ με το λιγοστό μου αίμα, το δέντρο της Εθνικής Ανεξαρτησίας, της Λαϊκής Ενότητας και Λευτεριάς.

Εσύ Σοφία, ό,τι έκανες για μένα που δούλευα στο Κόμμα, να συνεχίσεις να προσφέρεις ό,τι μπορείς σ’ αυτό με τη βεβαιότητα ότι εκπληρώνεις με τη σειρά σου το καθήκον για την πραγμάτωση των ιδανικών που μ’ ανέβασαν στη μεγάλη τιμή να πεθάνω γι’ αυτά. Εσύ, αγαπημένη μου αδελφούλα Έφη, στέριωσε γερά τα πόδια σου στο έδαφος που πατάς, ακολούθησε με συνέπεια το δρόμο που άνοιξαν χιλιάδες ήρωες, λαϊκοί αγωνιστές. Σου αφήνω το ρολόγι μου για να με θυμάσαι για πάντα.

Πολλά-Πολλά φιλιά.

Κούλα.»

«Τάμβακα θα πληρώσεις για τα εγκλήματά σου! Ζήτω το ΚΚΕ!», αυτά ήταν και τα τελευταία λόγια της Κούλας Ελευθεριάδου με τον Τάμβακα αμέσως μετά να δίνει εντολή στους στρατιώτες να πυροβολήσουν, τίποτα, οι στρατιώτες διστάζουν, έχουν μπροστά τους μια γυναίκα που θα μπορούσε να είναι η μάνα τους ή η αδερφή τους, το πυρ ακούγεται ξανά, οι στρατιώτες πυροβόλησαν αριστερά δεξιά τραυματίζοντας την Ελευθεριάδου, και εκεί ήρθε ο Τάμβακας, στεκάμενος πάνω από την Ελευθεριάδου και της έδωσε την χαριστική βολή.

Η ζωή στα κελιά

Μέσα σε όλα τα μαρτύρια που περνούσαν, οι κρατούμενοι οργάνωναν κρυφά σχολεία στα οποία γνωστοί λόγιοι όπως ο Μανόλης Αναγνωστάκης, δίδασκαν στους κρατούμενους νέα Ελληνικά, τα δεκάδες βιβλία της πολιτικής και κοινωνικής αυτομόρφωσης ήτανε η κύρια ψυχαγωγία τους προετοιμάζοντας την πάλη για την ανατροπή του κόσμου που γέννησε και γεννά εκτελέσεις.

Πριν από την εκτέλεση ενός πολιτικού κρατούμενου, οι Σύντροφοι του που τον έβλεπαν να φεύγει τον αποχαιρετούσαν όπως του αξίζει, με του στίχους του τραγουδιού που για αυτό εκτελείτε «εμπρός της γης οι κολασμένοι..»!

Το κλείσιμο του Κολαστηρίου

Το 1989 με απόφαση του υπουργού δικαιοσύνης κ. Μαγκάκη μπήκε ένα τέλος στην φυλακή-κολαστήριο του επταπυργίου.

Με το πόρισμα της εισαγγελίας για εμπορία ναρκωτικών και για απάνθρωπες συνθήκες κράτησης να πιέζουν την Ελληνική κυβέρνηση δόθηκε ένα τέλος στην ταλαιπωρία εκατοντάδων πολιτών της Άνω Πόλης οι οποίοι ζούσαν με τον φόβο των φυλακών. Από εκείνη την ημέρα συχνά μαθητές από τις γύρω περιοχές και όχι μόνο, επισκέπτονται συχνά τον χώρο των φυλακών με για ξενάγηση και βλέπουν ένα μικρό δείγμα από την φρίκη που βίωναν σε καθημερινό βαθμό οι χιλιάδες κρατούμενοι που πέρασαν την πύλη του.

gentikoule2.jpg

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο politikanea.wordpress.com