“Παγκόσμια ημέρα της τρίτης ηλικίας και πιο πέρα ακόμη”

Άρθρο γνώμης του Μιχάλη Τριανταφυλλίδη

Η είδηση του θανάτου του Αντώνη Κοντογεωργίου,  και μάλιστα από μιαν άλλη εμβληματική μορφή της μουσικής της Θεσσαλονίκης, τον Άλκη Μπαλτά,  με ενόχλησε βαθύτατα.

Με ενόχλησε, γιατί επρόκειτο για έναν άνθρωπο δημιουργό,  που ήθελε, στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε και έμαθε  την αξία της χορωδίας, να έχουμε  μία  επαγγελματική χορωδία… Εγινε προσπάθεια για Δημοτική χορωδία.

Θα μου πεις ακριβό το σπορ και τι ζητάς, τη σήμερον ημέρα.

Δεν  ξέρω εάν έχω τα κουράγια, να ζητήσω το οτιδήποτε από εδώ και μπρος,  όχι γιατί παραιτήθηκα αλλά, γιατί  η αηδία και η απογοήτευση, έχουν κτυπήσει κόκκινο.

Και ήρθε και κόλλησε αυτό  μαζί με την εξαγγελία πως σήμερα είναι η μέρα της τρίτης ηλικίας.

Δεν θα έλεγα ότι ανήκω σε αυτην.  Αλλά θυμάμαι, πως στη ζωή μου όλη, είχα να κάνω με παππούδες και γιαγιάδες.  Κάποιοι νόμισαν ότι  αυτές οι σχέσεις, με γερνούσαν πρόωρα.

Διαφωνώ. Γιατί αυτές οι συναναστροφές, μεγάλωναν  το πάθος μου  για ζωή, για δημιουργία, το αντίθετο τέλος πάντων από την αδράνεια.

Είχε η πόλη  χορωδία πανέμορφη. Μη φανταστείτε, κάποια ασύλληπτων  προδιαγραφών, είχε όμως και έκανε συναυλίες αυτή. Και τους θυμάμαι  όλους,  που είχαν σαν κύριο χαρακτηριστικό, στη συμπεριφορά τους και στην όλη τους παρουσία,  αυτή τη διάθεση να προσφέρουν και παράλληλα  ν’ αντιλαμβάνεσαι κι εσύ, την αγωνία και τη διάθεσή τους, να διατηρούν την αξιοπρέπεια τους.

Θυμάμαι τον Ντίμα,  ρωσοπρόσφυγα, από την Χαριλάου, κοντούλης με σβέλτο βήμα, που έφευγε κάθε φορά από τη Χαριλάου να κατέβει για την πρόβα, τις πιο πολλές φορές με τα πόδια, γιατί δεν υπήρχε το εισιτήριο. Γιατί ήταν ένας φτωχός δημοτικός υπάλληλος. Και αυτό που ήταν, το θεωρούσε αγία τύχη.

Θυμάμαι έναν βαθύφωνο , Τσάνταλο τον λέγανε ή κάπως έτσι, με μούσι ακριβώς  όπως έβλεπες,  να φιγουράρουν  όλοι αυτοί οι μυθικοί ήρωες της όπερας,  στα εξώφυλλα των δίσκων τους.

Και δίναν παραστάσεις  μαζί με την  φιλαρμονική, την μπάντα,  όπου υπήρχε δυνατότητα , γιατί δεν είχαμε χώρους, στην πόλη μας. Αλλά είχαμε φιλαρμονική,  τη οποία την έφτιαξε ο σπουδαίος επίσης Σαλονικιός μουσικοδιδάσκαλος, ο Φλώρος, που ο Πατρίκιος τον έφερε , από το Αμβούργο.  Αυτός που το όνομα του το γράψανε  «Πάρκο Πατρ. Μηνά».

Ναι χορωδία ημιεπαγγελματικήπουμετα την απογείωσε και ο Αστρεινίδης, προσφυξ εκ Ρουμανίας, όπου σπουδασε μουσικη και ήρθε έτοιμος μουσουργός…

Ο παππούς, ο Νίκος Καστρινός,  ήταν Δημοτικός Σύμβουλος, μέχρι μια πολύ μεγάλη ηλικία και θα έμενε  μέχρι το τέλος της θητείας του, εάν δεν είχε ένα απρόσμενο ατύχημα, με λεωφορείο, επί της Εγνατίας  οδού,   πηγαίνοντας σε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου…

Ο Παύλος Τσάτσας, επίσης βουλευτής στη Δούμα,   μαζί με τον  Γιάννη Πασαλίδη, συνεργάτης του μέχρι το θάνατο του, το 68…  Ανέβαινε στην Καστανιά, πολύ μετά τα ενενήντα του και με τα πόδια σκαρφαλωνε, στην καλύβα του, όπου ξεκαλοκαίριαζε αυτοσυντηρούμενος.

Ο προπάππος μου, Παναγιώτης Αμαραντίδης, Πόντιος, σε ηλικία  94 ετών ,ανάπηρος στο δεξί του πόδι, έφυγε μόνος του πήγε πήρε το τρένο κατέβηκε στην Αθήνα και έμεινε τρεις μέρες και δυο νύκτες στο δρόμο , προκειμένου να παραστεί  στην κηδεία του Βασιλιά Παύλου. Με το επιχείρημα, όταν επέστρεψε, μετά από τρεις μέρες, ότι ήδη είχε παρακολουθήσει δυο κηδείες τσάρων  στη Οδησσό, όπου επιχειρούσε  και αισθάνθηκε μάλλον αυτή του Παύλου μπορεί να ήταν η τελευταία , οπότε έρεπε να πάει οπωσδήποτε.

Ναι με αυτούς χαιρόμουνα πάντοτε, όποτε βρισκόμουν και συνομιλούσα και άρμεγα ζωή και ζωντάνια, γνώσεις και εμπειρίες…