“Περί συνεργασιών “

Άρθρο γνώμης του Κώστα Νικολόπουλου

Πολύ συχνά έρχεται στον δημόσιο διάλογο το θέμα των μετεκλογικών συνεργασιών και ειδικότερα οι προθέσεις του κινήματος αλλαγής σχετικά με αυτό. Έχω διατυπώσει πολλές φορές την άποψη ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει κανένα νόημα πριν από τις εκλογές.

Επαναλαμβάνω λοιπόν το ίδιο τονίζοντας ότι τα κριτήρια των μετεκλογικών συνεργασιών, εννοείται με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης, είναι δύο: Το πρώτο είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων στο κοινοβούλιο μετά από τις εκλογές. Όπως πολλές φορές έχει αποδειχτεί, οι συζητήσεις πριν από τις εκλογές αποδεικνύονται άστοχες, αφού η θέληση των πολιτών συχνά αναγκάζει τις πολιτικές ηγεσίες και τα κόμματα να πράξουν ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που διακήρυτταν προεκλογικά. Τελευταίο κραυγαλέο παράδειγμα η Γερμανία.

Το δεύτερο είναι οι προγραμματικές συγκλίσεις που μπορούν να επιτευχθούν, οι οποίες με τη σειρά τους βασίζονται στις ιδεολογίες και στις κυρίαρχες αξίες των κομμάτων.Σήμερα όμως τα προγράμματα των κομμάτων για την επόμενη κυβερνητική θητεία δεν είναι ολοκληρωμένα, άρα πάνω σε τι θα γίνει η όποια συζήτηση; Όταν αυτός ο κανόνας παραβιάζεται, συχνά εμφανίζονται προβλήματα κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης και πολλές φορές μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση και η ίδια η δεδηλωμένη, με συνέπεια να προκληθεί κυβερνητική κρίση.

Βέβαια, πάνω από όλα τίθεται το συλλογικό συμφέρον και το καλό της χώρας, ειδικά σε έκτακτες συνθήκες, όπως είναι αυτές της μακράς μνημονιακής περιόδου. Έτσι μπορούν να εξηγηθούν και οι κυβερνήσεις που σχηματίσθηκαν, χωρίς ωστόσο να αποφευχθούν τα προβλήματα, τόσο στην τρικομματική που τελικά κατέληξε δικομματική, όσο και στην τωρινή, με τα γνωστά ζητήματα που προκύπτουν πολύ συχνά.

Ωστόσο, το ανεπίκαιρο της συζήτησης των μετεκλογικών συνεργασιών σήμερα, όσον αφορά στο κίνημα αλλαγής, δε μπορεί να σημαίνει εξ ορισμού τη μη συνεργασία μετά τις εκλογές με κανέναν, ούτε βέβαια ότι όλοι οι πολιτικοί χώροι θα αντιμετωπισθούν με τον ίδιο τρόπο και θα κρατηθούν ίσες αποστάσεις. Βασικό στοιχείο της πολιτικής είναι η διάκριση Δεξιάς – Αριστεράς, με διαφορετικούς όρους βέβαια σε σχέση με το παρελθόν και σε κάθε χώρα, με νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά και νέα διακυβεύματα από ότι στο παρελθόν, αλλά δεν παύει να είναι κυρίαρχο.

Για τη χώρα μας για παράδειγμα και για τον πολιτικό χώρο που σήμερα καταλαμβάνει το κίνημα αλλαγής,αν το διακύβευμα το 1981 ήταν η Αλλαγή, και το 1996 ήταν ο εκσυγχρονισμός, σήμερα είναι η μάχη για την καθιέρωση, επιτέλους, ανοιχτών, πλουραλιστικών,δημοκρατικών θεσμών, κόντρα στα κλειστά συστήματα εξουσίας που κρατούν τη χώρα καθηλωμένη στο τέλμα και στην υστέρηση, συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε κατά την περίοδο 2009 – 2011, η οποία έγινε μέσα σε συνθήκες μνημονίου και διακόπηκε πρόωρα.

Οι συνεργασίες λοιπόν που τα κόμματα θα διερευνήσουν, προφανώς θα έχουν σχέση με τη θέση που τοποθετούν τον εαυτό τους στο πολιτικό φάσμα και με την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους, όσον αφορά στην άσκηση των πολιτικών που είναι αναγκαίες. Φυσικά τίποτα δεν είναι δεδομένο και μπορεί τελικά να μην υπάρξει οποιαδήποτε συνεργασία. Όποιος δεν θέλει να λάβει υπόψη του κάτι τέτοιο, στην ουσία καταργεί την πολιτική όπως την ξέρουμε μέχρι τώρα, την πολιτική δηλαδή που βασίζεται στα κόμματα με αρχές και ιδεολογίες. Τα αποτελέσματα, όπου έχει επιχειρηθεί, είναι γνωστά, αλλά αυτό είναι κάτι που δε χωράει σε ένα τέτοιο κείμενο.

Σε μικρό διάστημα από τώρα,φαίνεται ότι τυπικά η μνημονιακή περίοδος τελειώνει για τη χώρα μας, παρά τη μεγαλύτερη ή μικρότερη εποπτεία που θα συνεχίσει προφανώς να υφίσταται. Το επιχείρημα λοιπόν της έκτακτης ανάγκης θα παύσει να υπάρχει, εξάλλου δεν θα μπορούσε να ισχύει στο διηνεκές.

Τονίζω για άλλη μια φορά προς αποφυγή παρεξηγήσεων και επιμένω σε αυτό, η οποιαδήποτε συζήτηση σήμερα δεν έχει νόημα και βλάπτει το κίνημα αλλαγής. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να παρουσιάζεται σαν ένας αμήχανος, ενοχικός, άχρωμος και απολίτικος σχηματισμός, χωρίς πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα.