Στο Λονδίνο με (απλά) μαθηματικά

Του Γιάννη Κωνσταντινίδη

Από πού να πιάσουμε αυτή την ιστορία? Μακάρι να μπορούσα να σας πω από την αρχή. Αλλά δεν ξέρω πως αρχίζει. Τις πραγματικές αιτιατές σχέσεις της ζωής μου τις αγνοώ όσο οι άλλοι. Να πιάσουμε την ιστορία από τότε που συνειδητοποίησα ότι ήμουν ο γρηγορότερος στην τάξη μου? Ή μήπως τότε που ο πατέρας μου με πήγε για πρώτη φορά να δω ταινία στον κινηματογράφο? Απ’ όταν τράβηξα μια τζούρα από τσιγάρο κi άκουσα το πρώτο μου τραγούδι των Νιρβάνα? Ή όταν φίλησα την Αθανασία? Δεν ξέρω. Ιστορίες πλάθουμε με αρχή, με τέλος και γνώμονα την λογική λες κι η ζωή θα αποκτήσει έτσι νόημα. Ας ξεκινήσω λοιπόν από εδώ, εν μέσω της όλης σύγχυσης, εδώ που η μοίρα σταμάτησε να πάρει μια ανάσα κι εγώ νόμιζα πως είχα βρει τον δρόμο μου και προχωρούσα.

Που πήγαινα εκείνο το βράδυ? Περίεργο το τι θυμάσαι… περίεργο το τι ξεχνάς. Είχα πάρει όμως την απόφαση μου, θα τα παρατούσα όλα και θα έφευγα. Μόλις θα έφτανα σπίτι θα έμπαινα στο site της Ryanair, της εταιρίας της καρδιάς μας όπως την αποκαλεί ένας φίλος, και θα έκλεινα εισιτήριο για Λονδίνο χωρίς επιστροφή αυτή τη φορά.

Κοίταξα στον καθρέφτη. Περνούσαν τα χρόνια. Περνούσαν οι ώρες. Που πήγε ο νέος που ήξερα 15 χρόνια πριν? Κάποτε νόμιζα ότι ήμουν άτρωτος. Κάποτε νόμιζα πως ήμουν καθίκι. Είχα καταλήξει ότι δεν ήμουν τίποτα από τα δύο, ότι ήμουν ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά ικανός για το σωστό και ικανός να αφεθώ στα πιο ανθρώπινα ένστικτα. Σήμαινε όμως αυτό ότι είχα ελεύθερη βούληση? Έχει ο άνθρωπος ελεύθερη βούληση? Μήπως δεν θα κάνουμε όλοι μας, δεδομένων των ίδιων υπολογισμών, των ίδιων πιθανοτήτων, των ίδιων απόψεων για το τι αποδίδει και τι όχι, την ίδια ακριβώς επιλογή ξανά και ξανά?

Έβγαλα τα παπούτσια μου και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Και το έκλεισα… Τι μέρα κι αυτή! Ήμουν εξουθενωμένος. Ήξερα ότι δεν θα με έπαιρνε αμέσως ο ύπνος. Έπρεπε όμως να προσπαθήσω να κοιμηθώ. Και για να το κάνω αυτό έπρεπε πρώτα να απαλλαγώ από την αίσθηση ότι είχα κάνει λάθος!Άνοιξα το ραδιόφωνο και ξεντύθηκα! Συνήθιζα να το αφήνω ανοιχτό με χαμηλωμένο τον ήχο γιατί με βοηθούσε να κοιμηθώ. Ίσως γιατί οι καθησυχαστικές φωνές των εκφωνητών μου θύμιζαν τη φωνή του πατέρα μου, μια φωνή που κάποτε μπορούσε να ανακοινώσει την καταστροφή του κόσμου και να σε κάνει να νιώσεις ασφαλής την ίδια στιγμή. Αλλά εκείνη τη νύχτα το ραδιόφωνο από μόνο του δεν μου έφτανε. Έβαλα να δω μια ταινία, μου αρέσει να βλέπω ταινίες. Πιο πολύ από το να διαβάζω βιβλία. Μια καλή ταινία μπορεί να λειτουργήσει έτσι που να σε κάνει να δεις τα πράγματα διαφορετικά. Τελικά ούτε η ταινία έκανε τη δουλειά της.

Μια καινούργια αρχή, μια δεύτερη ευκαιρία. Πολλοί δεν τα καταφέρνουν. Ε και? Αν δεν τα καταφέρω θα γυρίσω πίσω. Θέλω όμως να γυρίσω πίσω? Αυτό είναι το ερώτημα!!

Και πέρασαν οι μέρες και ήρθε η 30η του Οκτώβρη του έτους 2013. Βγήκα από το λεωφορείο καταμεσής της νύχτας… Κοίταξα γύρω μου, φόρεσα το μπουφάν, πήρα και την βαλίτσα μου κι άρχισα να περπατώ, άναψα ένα τσιγάρο. Δεν ξέρω γιατί καπνίζω. Δεν είμαι καπνιστής θέλω να πω ότι το αίμα μου δεν λαχταρά την νικοτίνη. Κάτι άλλο συμβαίνει, με ηρεμεί. Και στάχυα θα μπορούσα να πιπιλάω που λέει ο λόγος.

Προσπαθούσα να θυμηθώ πως ήταν τα πράγματα πιο πριν. Πιο πριν κ από πριν, μα δεν μπορούσα στο μυαλό μου έρχονταν όλα τα άλλα… Έκανα καλά που έφυγα, τέλος! Έκανα? Θα φανεί…

Περίεργο συναίσθημα να παρακολουθείς τους άλλους δίχως εκείνοι να μπορούν να σε δουν γιατί πολύ απλά δεν τους ενδιαφέρεις… Ερχόμενος από μια μικρή πόλη με γύρω στους 50.000 κατοίκους αυτό μου φάνταζε παράξενο. Τα φθινοπωρινά βράδια ήταν ακόμη αρκετά φωτεινά. Αναρωτήθηκα αν όλοι έβλεπαν αυτό που βλέπω εγώ… Μπορούσαν να δουν πόσο πράσινο ήταν το πάρκο απέναντι μετά από την πρόσφατη βροχή? Μάλλον όχι… Γιατί όμως? Θα το καταλάβαινα στην συνέχεια όταν κι εγώ θα κρατούσα το κινητό στα χέρια για παρέα στο λεωφορείο ή στο μετρό ή θα με έπαιρνε ο ύπνος από την κούραση της ημέρας.

Και πέρασαν 3 χρόνια. Δεν είναι πολλά… δεν είναι λίγα. Άλλα 2 και φτάνω τα 5 τα οποία νομίζω ότι είναι σαν τα 7 χρόνια φαγούρας σε ένα γάμο. Έχω καταλήξει, από φίλους και γνωστούς, ότι στα 5 αποφασίζεις αν θα ευτυχίσεις στον γάμο σου με αυτή την πόλη ή θα χωρίσεις οριστικά (?). Σε αυτά τα 3 χρόνια γνώρισα ανθρώπους κι ανθρώπους, μερικοί είναι απλώς γνωστοί, μερικοί είναι η οικογένεια μου εδώ. Νομίζω είμαι από τους τυχερούς. Απέκτησα κι έναν ακόμα αδερφό σε αυτή την πόλη.

Αλλά… Υπάρχει ένα ΑΛΛΑ… Μου λείπουν πολλά… Ούτε καν θα αναφερθώ στον ήλιο και στην θάλασσα (χωρίς να τα υποτιμώ βέβαια), πάντα μου άρεσε η βροχή. Θα αναφερθώ στον χρόνο που περνάει… Που περνάει μακριά τους και εγώ δεν είμαι εκεί να τους βλέπω να μεγαλώνουν, να γελάνε, να κλαίνε, να μαλώνουν, να αρρωσταίνουν, να τρελαίνονται που η μικρή έβγαλε δοντάκι ή έκανε τα πρώτα της βήματα και εγώ να τα βλέπω σε βιντεάκια του ενός λεπτού μέσω του Messenger ή μέσω Skype και να πρέπει να γελάω ενώ από μέσα μου θέλω τόσο πολύ να κλάψω.

Έκανα καλά λοιπόν που έφυγα?

Δεν ξέρω θα φανεί…

Έχω άλλα 2 χρόνια…