Τι φταίει… ;

Του Αλέξανδρου Σπανούδη

Οι εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 έφεραν πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα, ο Τσίπρας συμπληρώνει τον Ιανουάριο του 2018 τρία χρόνια ως πρωθυπουργός. Γίνεται ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην εποχή των μνημονίων.

Σίγουρα αποτελεί μια πρωτότυπη και διαφορετική εντολή από τις προηγούμενες, κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, που συνήθως έδιναν μεγάλα ποσοστά σε δύο κόμματα, το ΠαΣοΚ και  τη Νέα Δημοκρατία.

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε στο τέλος του παλαιού δικομματισμού.

Γιατί συνέβη αυτό;

Είναι το κόψιμο των μισθών και συντάξεων σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα; Είναι ότι τα παραδοσιακά κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΝΔ που μονοπωλούσαν το εκλογικό αποτέλεσμα τα τελευταία 40 χρόνια  δεν μπορούν πλέον να εμπνεύσουν, να δώσουν προοπτική, ελπίδα και κυρίως μια ρεαλιστική απάντηση στα προβλήματά του κόσμου; ; Ότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ δεν μπορούν πλέον να στηρίξουν σήμερα την μεταπολεμική και μεταπολιτευτική πελατειακή σχέση μεταξύ πολιτικού και ψηφοφόρου; Φταίει ο τρόπος σκέψης, αντίληψης και ανάγνωσης της κρίσης από του πολίτες ; ‘Η μήπως τα κυρίαρχα ΜΜΕ τα οποία προπαγάνδιζαν στην αρχή της κρίσης αλλά, και κατά τη διάρκεια αυτής, υπέρ μιας άλλης (μαγικής;) λύσης από το μνημόνιο ;

Όλα τα παραπάνω λίγο ή πολύ έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο ώστε η κοινωνία να στραφεί προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η Ελληνική κοινωνία από το 2010 «έβραζε» και αγαναχτούσε πιστεύοντας ότι το μνημόνιο δεν είναι το σωστό και ενδεδειγμένο μέτρο που θα τη βγάλει από την  κρίση. Το έδειξε καθαρά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ο κόσμος ήθελε να δοκιμάσει έναν άλλο δρόμο, πιο αριστερό ,πιο «εναλλακτικό» ίσως.

Οι Έλληνες  ψήφισαν με γνώμονα, ότι από τη στιγμή που το παρόν μου γκρεμίζεται, το μέλλον μου δεν μπορώ να το λογιστώ με σαφήνεια και ακρίβεια. Αυτή η συμπεριφορά είναι γνώρισμα ενός λαού, που κυριαρχείται έντονα από το συναίσθημα της στιγμής, περισσότερο από την πραγματικότητα. Ενός λαού που υποκύπτει συχνότερα στον λαϊκισμό παρά στον ρεαλισμό. Στο συναίσθημα περισσότερο από τη λογική. Που προτιμά το αρεστό από το ωφέλιμο.

Αυτό μπορεί να είναι ένα σύνδρομο που πηγάζει από την εξάρτηση και προσήλωση που δείχνει να έχει σήμερα ο Έλληνας στο αξιακό σύμπαν των ΜΜΕ δίνοντας περισσότερη προσοχή στο λαϊκιστικό και συχνά επιπόλαιο λόγο των δημοσιογραφικών και ψυχαγωγικών-σατιρικών εκπομπών της τηλεόρασης παρά στον ιδεολογικό.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι ο αυθορμητισμός και η παρόρμηση μπορεί να αλλάξουν τους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά δεν μπορούν να προβάλουν καμιά  εναλλακτική εκδοχή  σε μια κοινωνία που πιστεύει ότι όλα μπορούν να αλλάξουν με το μαγικό ραβδί του εκάστοτε δημαγωγού.  Για τον εξής λόγο: και το μαγικό ραβδί πρέπει πρώτα να παραχθεί, αλλά δεν βλέπουμε και κανέναν θιασώτη του «άλλου δρόμου»  να μιλάει για παράγωγη,  παρά μόνο για αναδιανομή/ανακατανομή της φτώχιας με επιδόματα ( η χώρα δεν έχει λεφτά και δεν παράγει πλούτο), περισσότερο κράτος  και προσλήψεις στο δημόσιο.

Το παλιό μοντέλο οικονομίας και πολιτικής αλλά με άλλα πρόσωπα. Επέλεξε δηλαδή τα σωστά πρόσωπα για τη σωστή δουλειά !

Το 2010 είχαμε περίπου 1εκατομ δημόσιους υπαλλήλους, 1,2εκατομ αυτοαπασχολούμενους, μισό εκατομμύριο μισθωτούς ειδικών ταμείων (δημοσιογράφοι, δικηγόροι με αντιμισθία ), και 2,7εκατομ συνταξιούχων, εκ των οποίων οι 900.000 περίπου ήταν από τον ΟΓΑ.

Υψιλοί μισθοί και πλούσιες συντάξεις σε μικρή ηλικία ! Παράλληλα το 60% των πολιτών δεν πλήρωνε φόρο (κυρίως οι ελ.επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες), και το σύνολο των πολιτών απολάμβανε μεγάλες φοροαπαλλαγές.

Τι ήθελαν όλοι αυτοί ; και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Τη συνέχιση του παλιού μοντέλου. Αυτό ομολογούν ακόμα και τώρα στις ερωτήσεις των δημοσκόπων και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις !

Εδώ, όμως, προκύπτει κι ένα άλλο ερώτημα. Γιατί μια χώρα, που διαθέτει ένα μεγάλο αριθμό μορφωμένων ανθρώπων, και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό υψηλών προσόντων, ψηφίζει πολιτικούς, και παρασύρεται από μιντιάρχες, που δεν ενδιαφέρονται για την ανάπτυξη της χώρας παρά μόνο για τη συντήρηση απαρχαιωμένων μοντέλων;

Γιατί οι «μορφωμένες ελίτ» της χώρας δεν ύψωσαν ένα ανάχωμα σε κάθε είδους λαϊκιστές και δημαγωγούς πολιτικούς, αλλά παρασύρθηκαν και αυτοί από αυτούς;

Διότι, αυτό το «ευρύ στρώμα των σχετικά προνομιούχων, ναι μεν βρίσκεται αντιμέτωπο με τον οικονομικό ανταγωνισμό, αλλά ζει στο δικό του, κλειστό σύμπαν, και κυρίως ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια εκλεπτυσμένων γούστων και ηδονών θρέφοντας διαρκώς τον ναρκισσισμό του. Έτσι, φάνηκε αδύναμο να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης Δεν έδειξε το απαραίτητο αίσθημα κοινωνικής και ατομικής ευθύνης και περιορίστηκε σε μια «φλύαρη» κριτική».

Την ώρα, λοιπόν, που η κρίση μας χτυπούσε την πόρτα, εμείς φιλοσοφούσαμε ανέμελοι για ισότητα, ελευθερία, συμμετοχική δημοκρατία, πόσο καλό ή κακό είναι το ΔΝΤ, πίνοντας φρέντο.

Υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει ένα γενικευμένο, πλειοψηφικό κλίμα εθνικής υπεροψίας, αδιαφορίας. Αντιμεταρρύθμισης και αντισυστημικότητας.

Και σήμερα ακόμα πολίτες, πολιτικοί, οικονομικοί παράγοντες της χώρας φοβούνται να ομολογήσουν ανοιχτά και καθαρά  τα ιστορικά λάθη και τις παραπλανητικές επιλογές του παρελθόντος που μας οδήγησαν στην κρίση.  Μόνο κάποιοι ψίθυροι και κυρίως η αναπαραγωγή στερεοτύπων (Η δεκαετία του ’80 και οι κυβερνήσεις του πασοκ  φταίνε, όλοι ίδιοι είναι, το μνημόνιο έφερε την κρίση.. κ.α).

Άβουλοι μπροστά στις προκλήσεις, καταντήσαμε μοιραίοι και άφραγκοι.

Σύντομα θα είμαστε κι ένα έθνος για…λύπηση.