Τοπική αυτοδιοίκηση και προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα

Του Παναγιώτη Δημητριάδη

Αναλογιζόμενος κανείς τη σημερινή κοινωνικοπολιτική αναδιάρθρωση στην Ελλάδα, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως ιδιαίτερα ανατρεπτική, δύναται να επικεντρωθεί όχι μόνο στην οικονομική πτυχή, αλλά και στην κοινωνική. Η κοινωνική πτυχή της χώρας έχει διαταραχθεί ιδιαιτέρως, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, ύστερα από αλλεπάλληλες, ισχυρές, μεταναστευτικές ροές. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τις αρχές της προσφυγικής κρίσης και το λεγόμενο άνοιγμα των συνόρων, πέρασαν από την Ελλάδα περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες. Ωστόσο, το πρόβλημα για την Ελλάδα εντάθηκε από τη στιγμή που έκλεισαν τα σύνορα, μετά το 2016, όπου επί της ουσίας άρχισε να εξετάζει αιτήματα ασύλου και να διαχειρίζεται τις ροές.

Η διαχείριση των ροών είναι ένα εξαιρετικά νευραλγικό ζήτημα, καθότι δεν έχει να κάνει μόνο με την εξέταση αιτημάτων ασύλου και κατ’ επέκταση την έγκριση άδειας παραμονής, αλλά και με τη μεταφορά, τη σίτιση, τη στέγαση, αλλά και την ένταξη των ανθρώπων. Το ζήτημα αυτό είναι κάτι εξαιρετικά καινούριο για την Ελλάδα και τους πολίτες της, καθώς δεν είχε αντιμετωπίσει στο παρελθόν παρόμοιο φαινόμενο. Αναλογιζόμενοι τον διεθνή χάρτη και την ιστορία, μόνο οι μεγάλες δυνάμεις βίωσαν παρόμοια προβλήματα, εξαιτίας της λεγόμενης αποικιοκρατίας. Το φαινόμενο αυτό, δε θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την είσοδο των Αλβανών στην Ελλάδα, καθότι υπήρχε ήδη μια προγενέστερη επαφή με τον συγκεκριμένο λαό σε διάφορες στιγμές της ιστορίας της χώρας. Έτσι, για πρώτη φορά η Ελλάδα και ιδιαίτερα η περιφέρειά της, εκτίθεται σε ένα νέο πολιτισμικό στοιχείο, αυτό των μουσουλμάνων της Μέσης Ανατολής ως επί το πλείστον, αλλά και των Αφρικανών.

Η εισδοχή των νέων αυτών πολιτιστικών στοιχείων, σε μια αρκετά συμπαγής κοινωνία, δεν άργησε να δημιουργήσει τα πρώτα προβλήματα. Βέβαια στην κατάσταση αυτή, συμβάλλουν ορισμένα πολιτικά κόμματα αλλά και δημοσιογράφοι, οι οποίοι προς τέρψιν των ακροατηρίων τους δε διστάζουν να σπείρουν τον πανικό, αναστατώνοντας τις τοπικές κοινωνίες. Από την άλλη πλευρά, οι οργανώσεις που συνδράμουν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στάθηκαν κυρίως στη βοήθεια προς αυτούς, ενώ ταυτόχρονα παραγκώνισαν τον διάλογο με την εκάστοτε κοινωνία. Οι δύο αυτές παράμετροι, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μίγμα, του οποίου τα αποτελέσματα είναι ήδη εμφανή σε καθημερινή βάση. Αυτό το οποίο δε γίνεται αντιληπτό, ιδιαίτερα από κάποιες ΜΚΟ που συνδράμουν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, είναι ότι για τις τοπικές κοινωνίες, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν κάτι αρκετά διαφορετικό και συνάμα αρνητικά φορτισμένο, όπως για πολλούς θεωρείται όλος ο μουσουλμανικός κόσμος από το 2001 (πτώση των δίδυμων πύργων) και έπειτα.

Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τις συνεχείς μεταναστευτικές ροές αλλά και την αυστηροποίηση του κανονισμού Δουβλίνου, μέσω του οποίου κάποιοι από αυτούς συνέχιζαν το ταξίδι τους στην Ευρώπη, οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει να είναι έτοιμες να αποδεχτούν τη νέα αυτή κατάσταση. Σε άλλη περίπτωση, η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, εξαιτίας της δημιουργίας γκέτο. Στο σημείο αυτό, θα ήταν ευχής έργον, εάν η πολιτεία λάμβανε σοβαρά υπόψη την τοπική αυτοδιοίκηση, η οποία είναι σε θέση να γνωρίζει στενά τόσο την κοινωνική διαστρωμάτωση της περιοχής της όσο και την αποδοχή-απορροφητικότητα του «νέου» στον κοινωνικό ιστό της. Για τον λόγο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντική, η μετάβαση των αρμοδιοτήτων διαχείρισης της εγκατάστασης των μεταναστών και των προσφύγων στην τοπική αυτοδιοίκηση, με στόχο τη βέλτιστη δυνατή αντιμετώπιση αλλά και την πρόληψη των κοινωνικών αναταράξεων.

Παναγιώτης Δημητριάδης

Πολιτικός Επιστήμονας

Ειδικός σε θέματα εκπαίδευσης, πολιτισμού, κοινωνικά ευπαθών ομάδων (ΑμεΑ, άποροι, μετανάστες και πρόσφυγες), πολιτικής ιστορίας και στρατηγικών σπουδών

Κεντρική φωτο: kathimerini.gr