Όταν η δυσπιστία έρχεται, η δημοκρατία φεύγει

Γράφει η Σοφία Πιπερίδου Προπτυχιακή Φοιτήτρια του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών

Την τελευταία δεκαετία, ολόκληρη η υφήλιος βρίσκεται στη δίνη μια δυσμενούς οικονομικής κρίσης. Η κρίση, η οποία εμφανίστηκε εντονότερα τα τελευταία χρόνια (και αναφέρω εντονότερα,  διότι δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία αλλά προάγγελοι της ανιχνεύονται σε βάθος χρόνου) έπληξε σχεδόν ανεπανόρθωτα το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και θυματοποίησε –άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο– τα κράτη, ανατρέποντας το μεταπολεμικό status-quo. Στην ουσία πρόκειται για μια κατάσταση που επιβεβαίωσε και έφερε στην επιφάνεια μια σωρεία προβλημάτων και παθογενειών που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση και καλύπτονταν από το πέπλο μιας κατ’ επίφαση ευημερίας. Η οικονομική κρίση, λοιπόν, ανέδειξε με σαφή τρόπο τον κλυδωνισμό του πολιτικού συστήματος, και κατ’ επέκταση την όλο και αυξανόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης έναντι των αντιπροσωπευτικών θεσμών.

Το σύγχρονο μοντέλο αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς και συνεπώς πολιτικής συμμετοχής, που συνδέεται με την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και την ανάγκη εκσυγχρονισμού της δημοκρατίας. Η κρίση αυτή αποτελεί ένα καίριο ζήτημα, καθώς η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι ένας από τους βασικότερους πυλώνες της εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας. Κι αυτό, διότι μέσω αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης πολιτών- θεσμών και κομμάτων, διασφαλίζεται και νομιμοποιείται η δημοκρατική διακυβέρνηση. Συνεπώς, όταν ένας εκ των δύο κρίκων της διμερούς αυτής σχέσης δυσπιστεί (εν προκειμένω, οι πολίτες)  έναντι του άλλου (κόμματα και θεσμοί), προκαλούνται τριβές με αποτέλεσμα τα σείεται το δημοκρατικό οικοδόμημα.

Αν αναζητήσει κανείς τις ρίζες του φαινομένου, θα ανακαλύψει πως οι απολήξεις του βρίσκονται στις πρακτικές διαφθοράς και στην αναποτελεσματικότητα ορισμένων διαδικασιών, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου συνέβαλαν στο σταδιακό κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τις παραδοσιακές διαδικασίες έκφρασης της λαϊκής βούλησης, όπως η  ικανότητα των κομμάτων να κινητοποιήσουν το εκλογικό σώμα και να ενσωματώσουν τις απόψεις της κοινής γνώμης στη δημοκρατική διαδικασία. Η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας συνιστά κρίση αξιοπιστίας ως προς την ορθή λειτουργία και την αποτελεσματικότητα των θεσμών και αποτελεί το απότοκο μια άλλης κατάστασης. Συγκεκριμένα συνδέεται στενά με το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης, η οποία ήταν και εξακολουθεί να είναι συνδεδεμένη με τη «κρίση του εθνικού κράτους», η μορφή του οποίου μεταβάλλεται τεχνηέντως. Η παγκοσμιοποίηση, λοιπόν, προσέδωσε αυξανόμενη έμφαση στο διεθνή συντονισμό και τη διεθνή συνεργασία, με αποτέλεσμα να επέλθει κλιμακωτή αύξηση στα διακυβερνητικά όργανα και στους διεθνείς οργανισμούς και αποδυνάμωση των εγχώριων κρατικών οργάνων.

Ειδικότερα, οι κοινωνίες γίνονται μάρτυρες του φαινομένου της ενίσχυσης των υπερεθνικών θεσμών, τα οποία έχουν την ευχέρεια να δρουν χωρίς την κρατική νομιμοποίηση. Τα όργανα αυτά υποκατέστησαν το μονοπώλιο ελέγχου και διαχείρισης μιας εδαφικά προσδιορισμένης κοινότητας με την παγκόσμια διακυβέρνηση (governance). Έτσι, όποιον τομέα κρατικής πολιτικής κι αν σκεφτεί κανείς, υπάρχει ένα αντίστοιχο σύνολο από διεθνή ρυθμιστικά όργανα ή φορείς. Υπάρχει, για παράδειγμα, ένα διεθνές νομισματικό ίδρυμα που ενσωματώνει διακυβερνητικούς οργανισμούς (ΔΝΤ), μαζί με ένα σύνολο από διεθνείς κανόνες, αρχές, ρυθμίσεις και κέντρα αποφάσεων που συμπληρώνονται από άτυπα δίκτυα πολιτικού συντονισμού. Στην ουσία αυτό που συνέβη ήταν η απομάκρυνση των χώρων λήψης των οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων από τα πλαίσια όπου είναι δυνατός ο έλεγχος από τις κοινωνίες και τα αντιπροσωπευτικά τους όργανα.

Τα κράτη δεσμεύονται συνολικά και εκ των προτέρων από τις αποφάσεις των υπερεθνικών οργάνων και επί της ουσίας χάνουν τον ουσιαστικό τους ρόλο στη διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικών αποφάσεων και ελέγχου της εξουσίας. Αυτή η εξέλιξη, αναδείχθηκε εντονότερα τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία αποτέλεσε και μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του ρόλου των εθνικών κρατών και των αντιπροσωπευτικών θεσμών, τους οποίους φαίνεται πως έπληξε η παγκοσμιοποίηση και η συνακόλουθη ανάδυση των υπερεθνικών θεσμικών οργάνων. Στην πράξη, η διεθνοποίηση του κράτους έχει δημιουργήσει μορφές διεθνούς διακυβέρνησης, όπου η συλλογική άσκηση πολιτικής και ο συντονισμός ανάμεσα στις κυβερνήσεις έχει ζωτική σημασία για να επιτευχθούν αφενός οι εθνικοί και αφετέρου οι διεθνείς στόχοι. Ωστόσο, η διεθνοποίηση του έθνους κράτους έχει δριμείες επιπτώσεις στην συνοχή του κρατικού μηχανισμού και τελικά θέτει υπό αμφισβήτηση τις δημοκρατικές πρακτικές. Οι πολίτες αισθάνονται πως περιορίζεται το πεδίο δράσης τους και η δυνατότητα τους να συμμετέχουν στις αποφάσεις ή έστω να επηρεάζουν τη διαμόρφωση τους μέσω των οργάνων που τους εκπροσωπούν. Έτσι, παροδικά αρχίζουν να αμφισβητούν την ικανότητα των αντιπροσωπευτικών θεσμών να τους εκπροσωπούν στη διεθνή αλλά και την εγχώρια πολιτική σκηνή.

Η παγκοσμιοποιημένη φύση των σύγχρονων κοινωνιών ενισχύεται και μέσω της ψηφιοποίησης της σημερινής εποχής και της συνακόλουθης υψηλής ταχύτητας διάδοση των πληροφοριών. Θεμελιώδη ρόλο στην παραπάνω κατάσταση διαδραματίζουν τα ΜΜΕ, τα οποία αποτελούν –υπό ιδανικές συνθήκες– φορείς μια απενοχοποιημένης από συμφέροντα, ορθής, έγκυρης και έγκαιρης ενημέρωσης. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται καλπάζουσα ενίσχυση του ρόλου που διαδραματίζουν στο πολιτικό σύστημα και της σύνδεσης μεταξύ των ΜΜΕ και των πολιτικών κομμάτων. Συγκεκριμένα, τα ΜΜΕ ως προς την πλειοψηφία τους εξαρτώνται από το κομματικό σύστημα και το κράτος, διατελώντας ως φερέφωνα αυτών. Φερέφωνα ιδίων και διαπλεκόμενων συμφερόντων, που στοχεύουν στον αποπροσανατολισμό των πολιτών και που αδυνατούν να παρέχουν αμερόληπτη ενημέρωση. Κατά συνέπεια, οι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους απέναντι στα κόμματα και τους πολιτικούς, διότι θεωρούν πως δεν εκπροσωπούν του ίδιους αλλά τα προσωπικά τους συμφέροντα. Για τον ίδιο λόγο, έχουν χάσει την εμπιστοσύνη στην ενημέρωση που τους παρέχουν τα ΜΜΕ, καθώς πιστεύουν πως κι αυτά είναι υποταγμένα στα πολιτικά συμφέροντα και στο παιχνίδι της διαπλοκής γύρω από αυτά. Έτσι, οδηγούμαστε στην αποσύνδεση των πολιτών από τα πολιτικά κόμματα και τους φορείς αντιπροσώπευσης. Δηλαδή, προκαλείται αυτό που σήμερα ονομάζεται «Κρίση Αντιπροσώπευσης».

Φυσικά, το φαινόμενο αυτό έχει λάβει τερατώδης διαστάσεις και στη χώρα μας και εντάθηκε με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από μια σειρά ερευνών όπως η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Έρευνα (European Social Survey)(Πίνακας 1), το Ευρωβαρόμετρο (Εurobarometer)(Πίνακας 2) κα., οι οποίες επιβεβαιώνουν με τον πιο εναργή τρόπο την ολοένα και αυξανόμενη αποσύνδεση των πολιτών από τις διαδικασίες αντιπροσώπευσης. Οι Έλληνες πολίτες έπαψαν σε μεγάλο βαθμό να εμπιστεύονται τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, λόγου χάρη: τις κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, τους πολιτικούς, το εθνικό και το ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κλπ. Με άλλα λόγια, παρατηρούνται υψηλά ποσοστά αποχής από τις εκλογικές διαδικασίες, απάθεια, μείωση των μελών των πολιτικών σχηματισμών. Γενικότερα, η κρίση αντιπροσώπευσης σχετίζεται με μια ευρεία δυσφορία για το κομματικό προσωπικό και εκδηλώνεται με την αδιαφορία των εκλογέων για την πολιτική και με την αποχή τους από την επιλογή κομμάτων και υποψηφίων.

Ο παρακάτω πίνακας (Πίνακας 1) επιδεικνύει το έλλειμμα εμπιστοσύνης των Ελλήνων πολιτών έναντι των αντιπροσωπευτικών θεσμών και περιλαμβάνει το μέσο όρο σε μια κλίμακα 0-10, στην οποία το 0 ισούται με «καμία απολύτως εμπιστοσύνη» και το 10 με «απόλυτη εμπιστοσύνη».

 

Γύροι ΕΚΕ 2003 2005 2009 2011
Πολιτικοί 3,4 3,9 2,4 1,4
Βουλή 4,8 4,7 3,6 2
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 5,7 5,4 4,4 2,6

 

Πίνακας 1:Πηγή: http://www.europeansocialsurvey.org/

Βάσει του παραπάνω πίνακα, την πρώτη δεκαετία του 21ου αι. η εμπιστοσύνη των Ελλήνων στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς διαγράφει μια πτωτική πορεία που αγγίζει τις 2 με 3 ποσοστιαίες μονάδες. Ειδικότερα, η εμπιστοσύνη τους προς τους πολιτικούς της χώρας μειώνεται βαθμιαία από 3,4 σε 1,4 εντός ενός διαστήματος 8 ετών, ενώ στο Κοινοβούλιο από 4,8 σε 2, δηλαδή σχεδόν 3 ποσοστιαίες μονάδες. Τέλος, η εμπιστοσύνη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μειώθηκε αισθητά κατά 3,1 μονάδες από 5,7 το 2003 σε 2,6 το 2011, επιβεβαιώνοντας την αύξηση των Ευρωσκεπτικιστικών τάσεων που άρχισαν να αναδύονται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, κυρίως λόγω της οικονομικής ύφεσης .

Ο πίνακας που ακολουθεί (Πίνακας 2) περιλαμβάνει στοιχεία από έξι συναπτά έτη (2012-2018) και αφορά την ερώτηση: «Πόσο εμπιστεύεστε τους συγκεκριμένους θεσμούς;» (Πολιτικά Κόμματα, Κυβέρνηση, Εθνικό Κοινοβούλιο). Τα ποσοστά ανταποκρίνονται στις αρνητικές απαντήσεις, δηλαδή στο ποσοστό των ερωτηθέντων που αποκρίθηκε με την απάντηση «Τείνω να μην το εμπιστεύομαι».

Θεσμοί Ελλάδα
2012 2013 2014 2015 2016 2017 2018
Μάιος Νοέμβριος Μάιος Νοέμβριος Μάιος Νοέμβριος Μάιος Νοέμβριος Μάιος Νοέμβριος Μάιος Νοέμβριος Μάρτιος
Πολιτικά Κόμματα 91% 94% 94% 94% 91% 92% 90% 92% 94% 93% 95% 94% 95%
Κυβέρνηση 91% 91% 89% 87% 84% 89% 59% 82% 88% 89% 88% 88% 87%
Εθνικό Κοινοβούλιο 86% 89% 89% 86% 83% 85% 73% 83% 89% 87% 86% 86% 86%

 

Πίνακας 2: Πηγή:http://ec.europa.eu/commfrontoffice/publicopinion/index.cfm/Chart/index

Όπως, είναι φανερό η πλειοψηφία των ερωτηθέντων σε εθνικό επίπεδο εκφράζει δυσπιστία προς τους θεσμούς και τα θεσμικά όργανα, η οποία μάλιστα παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά σε βάθος έξι ετών με μικρές διακυμάνσεις. Αρχικά, όσον αφορά τα πολιτικά κόμματα, παρατηρούμε πως η εμπιστοσύνη των πολιτών φθίνει και συνεπώς το ποσοστό των αρνητικών απαντήσεων αυξάνεται. Έτσι, ενώ το έτος 2012 το ποσοστό των ατόμων που έδωσε την απάντηση «Τείνω να μην το εμπιστεύομαι», ανερχόταν στο 91% μέσα σε μια πενταετία (με αυξομειώσεις της τάξης των 3-4 μονάδων) κατέληξε το Μάρτιο του 2018 να ανέρχεται στο 95%. Αξίζει να σημειωθεί πως τo ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο ποσοστό δυσπιστίας προς τα πολιτικά κόμματα το έτος 2018 σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (ακολουθεί η Κροατία με 91%).

Εξαιρετικά αυξημένα είναι και τα ποσοστά που αντιστοιχούν στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Κυβέρνηση. Βέβαια, σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε πως το ποσοστό των αρνητικών απαντήσεων ακολούθησε καθοδική πορεία ξεκινώντας από 91% το 2012 και φτάνοντας έως και 59% τον Μάιο του 2015. Δυστυχώς, όμως η πτώση αυτή δε διατηρήθηκε, η κρίση εμπιστοσύνης αναθερμάνθηκε και το ποσοστό ανήλθε και πάλι στο 87% το 2018. Τέλος, η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το Εθνικό Κοινοβούλιο παρέμεινε σταθερά σε χαμηλά επίπεδα (11%-18%), με τη δυσπιστία να αγγίζει έως και το 89% (το 2012 και το 2016). Και στην περίπτωση του Εθνικού Κοινοβουλίου, το 2015 παρατηρείται μείωση της δυσπιστίας με το αντίστοιχο ποσοστό να σημειώνει πτώση της τάξης των 12 ποσοστιαίων μονάδων συγκριτικά με το προηγούμενο έτος (Νοέμβριος 2014- 85%, Μάιος 2015- 73%).

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως με την πάροδο των ετών, παγιώνεται στη χώρα μας μια τάση πολιτικής αποξένωσης των Ελλήνων πολιτών από τα κοινά, δηλαδή την πολιτική, τα πολιτικά κόμματα, τους πολιτικούς, το κοινοβούλιο. Οι Έλληνες διακατέχονται πλέον από ένα αίσθημα αρνητικότητας και αποστροφής, το οποίο πηγάζει από τον αναδυόμενο πολιτικό κυνισμό, δηλαδή από τη δυσπιστία προς τις προθέσεις των πολιτικών θεσμών, που θεωρείται πως δεν ανταποκρίνονται στα αιτήματα του εκλογικού σώματος. Η κουλτούρα αυτή φαίνεται πως εντάθηκε μέσα στον κυκεώνα της κρίσης, ο οποίος ανέδειξε κάθε παθογένεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος και επέβαλλε την αίσθηση της αδυναμίας διεξόδου από τη νοσηρή αυτή κατάσταση. Ο μόνος τρόπος να εξέλθει το πολιτικό σύστημα από αυτή την τροχιά συνεχούς απονομιμοποίησης είναι ο επαναπροσδιορισμός του και η επαναθεμελίωση των θεσμών γενικότερα και των πολιτικών κομμάτων ειδικότερα πάνω σε υγιή και ισχυρά δημοκρατικά θεμέλια, ικανά να αντιμετωπίσουν κάθε πιθανή μελλοντική απειλή.