“Για τις προσυνεδριακές διαδικασίες στην Κεντροαριστερά…”

Σχόλιο του Κωνσταντίνου Μουρτοπάλλα

Υπό άλλες συνθήκες το να επιδιδόμαστε στην ονοματοδοσία ενός φορέα ή στα υιοθετούμενα από αυτόν σύμβολα θα ήταν πράξη μικροπολιτικής, μηδενικού κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος. Υπό τις παρούσες συνθήκες αποτελεί πολιτική πράξη. Ισχυρή μάλιστα που εκλείει ζητήματα άμεσα συναρτώμενα όχι μόνο με το προγραμματικό λόγο ενός νεοπαγούς κόμματος, αλλά κυρίως με την ιδεολογικοπολιτική του κατεύθυνση. Ακριβώς επειδή όπως θα μας υπενθύμιζε ο Γ. Παπαδημητρίου στο δίκαιο των πολιτικών κομμάτων, το όνομα δεν είναι απλά διακριτικό γνώρισμα του κόμματος, αλλά δήλωση συγκεκριμένης πολιτικής βούλησης.

Από τη στιγμή που αποφασίζεις να θέσεις όλα τα ζητήματα σε στάδιο προδιαβουλευτικό , διαβουλευτικό και τελικά μέσω της συντακτικής διαδικασίας να τα συναποφασίσεις και να τα συνδιαμορφώσεις με την κοινωνική-εκλογική βάση σου, η αυτόγνωμη απόφαση έστω και αν αναφέρεται σε ένα μέρος της διαδικασίας, μόνο ως συμφεροντολογικός συμψηφισμός μπορεί να ιδωθεί. Σχετικοποιημένη ανοικτή διαδικασία δεν υπάρχει. Η κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα και η πολιτική αξιοπιστία του νέου φορέα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ανοικτότητα, τη δημοκρατικότητα και τη διαφάνεια της συνεδριακής διαδικασίας.

Η μετάβαση από το προκομματικό στάδιο, στο στάδιο της κοινοβουλευτικής ομογενοποίησης και της κομματικής – ιδεολογικής σύμπηξης διέρχεται μέσα από το συντακτικό συνέδριο. Επειδή ωστόσο δεν υπάρχουν ρητές και θεσπισμένες προβλέψεις, οι υπάρχουσες συνιστώσες πρέπει να αυτοδεσμευτούν πρωθύστερα, ότι θα θέσουν βάσει των καταστατικών τους προβλέψεων στα μέλη τους ( μέσω εσωκομματικού δημοψηφίσματος π.χ.) το ζήτημα της αυτοδιάλυσης. Άλλως η διαδικασία ενδέχεται να προσλάβει χαρακτηριστικά προδιαμορφωμένων και προειλλημένων αποφάσεων.

Ή θα οδηγηθούμε σε ένα ευέλικτο , πολυτασικό και πολυφωνικό σχήμα ή σε ένα χιμαιρικό και δύσκαμπτο μόρφωμα.

Προσώρας, θεωρώ ότι οι ήδη εκπονηθείσες θέσεις ( στα πλαίσια της εκδόσης των πορισμάτων της επιτροπής διαλόγου ΔΗΣΥ-ΠΟΤΑΜΙ) μπορούν να λειτουργήσουν ως προσωρινός “καταστατικός χάρτης” , παρέχοντας τις κατευθυντήριες και καθοδηγητικές γραμμές μέχρι την ψήφιση του νέου καταστατικού. Η Επιτροπή Δεοντολογίας από την άλλη μπορεί να μετεξελιχθεί σε όργανο εξωκομματικό που θα αναλάβει τη διενέργεια του συνεδρίου στη βάση των αρχών της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της ισότητας των όπλων.

Ο εγγυητικός βέβαια ρόλος βαρύνει όλους μας. Όλους τους προοδευτικούς πολίτες που διατρανώσαμε υπερηφάνως και ελευθεροφρονώς τη πολιτική μας βούληση..