Το Σκοπιανό: Ιστορικά και Πολιτικά

του Λευτέρη Ντότσικα

Τις τελευταίες μέρες αρκετοί φίλοι αναρωτιούνται επί ποιάς βάσης καθίσταμαι αρνητικός στην εύρεση συμφωνίας με την FYROM. Σε αυτό το σημείο καλό είναι να επισημανθεί ότι η γνώση της ιστορίας συνδράμει αρκετά, δίχως όμως να αποτελεί κεντρικό γνώμονα μιας που το ζήτημα της ονομασίας της γείτονος είναι πρωτίστως πολιτικό και όχι ιστορικό.  Ιστορικά όπως μας ενημερώνει ο βαλκανιολόγος  Σπ. Σφέτας το 19ο αιώνα δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για μια σλαβομακεδονική, μη βουλγαρική ή σερβική εθνογένεση στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας.[1] Για να εξακριβωθεί η καταγωγή του πληθυσμού της FYROM αναγκαία κρίνεται η έρευνα στη γλώσσα. Γλωσσικά λοιπόν οι κάτοικοι της FYROM μιλούν μια γλώσσα με ιλιγγιωδώς μεγαλύτερη συγγένεια με τη βουλγαρική παρά με τη σερβοκροατική. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι ένας Βούλγαρος και ένας πολιτης της FYROM μπορούν να επικοινωνήσουν άριστα χρησιμοποιώντας τις γλώσσες τους, κάτι που δε μπορεί να συμβεί μεταξύ ενός Σέρβου και ενός Βουλγάρου, παρόλο που υπάρχουν γλωσσικές ομοιότητες υφίστανται και αρκετές γλωσσικές διαφορές. Η αλήθεια επομένως είναι πώς οι κάτοικοι των Σκοπίων είναι βουλγαρικής καταγωγής, αλλά έτσι τα έφερε η μοιρα και η ιστορία και βρίσκονται εκτός της βουλγαρικής επικράτειας. Στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα οι Σέρβοι κυρίαρχοι της περιοχής επιχείρησαν τη γλωσσική και πολιτική εκσερβοποίηση των Σκοπιανών ανεπιτυχώς, οπότε μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου ο Τίτο ίδρυσε την «Ομόσπονδη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» κατασκευάζοντας μια ταυτότητα για τους σλαβικής καταγωγής κατοίκους της περιοχής, αποβλέποντας παράλληλα στην αρπαγή εδαφών από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Δηλαδή την ενσωμάτωση στη Γιουγκοσλαβία μέσω της  «Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» της ελληνικής Μακεδονίας και της βουλγαρικής «Μακεδονίας του Πιρίν». Η αντίδραση της Ελλάδας δεν ήταν επιθετική μιας που η τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή όντας ουδέτερη στο Ψυχρό Πόλεμο. Η διαχείριση του προβλήματος ουσιαστικά ξεκινάει το 1991 με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Από τότε έως σήμερα οι κυβέρνηση των Σκοπίων απέρριπτε μια σύνθετη ονομασία erga omnes. Σήμερα όμως ξαφνικά επείγεται για λύση. Λύση που δε θα αμφισβητεί όμως την ύπαρξη «μακεδονικής» γλώσσας, και «μακεδονικής» ταυτότητας, καθώς και λύση που δε θα της επιβάλει άμεση αναθεώρηση του συντάγματος για την απάλειψη των αλυτρωτικών αναφορών σε βάρος της Ελλάδας. Πέρασαν 27 χρόνια για να αποζητήσουν μια κοινή λύση με την Ελλάδα μόνο για το όνομα του κράτους, αν περάσουν άλλα τόσα ίσως να αναζητήσουν κοινή λύση και στα ζητήματα γλώσσας και ταυτότητας. Προσωπικά για πολιτικούς και ιστορικούς λόγους διαφωνώ με την εύρεση συμβιβασμού στο ζήτημα αυτό, αυτή τη χρονική περίοδο και εξηγώ αμέσως γιατί. Γιατί είμαι εναντίον ενός συμβιβασμού με τη γείτονα, γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει ειλικρινής βάση για διάλογο αναφορικά με ζητήματα εθνότητας, γλώσσας κτλ. Και γιατί είμαι μαξιμαλιστής, πιστεύω ότι η Ελλάδα μπορεί να πετύχει πολύ περισσότερα από έναν αμφιβόλου ποιότητας συμβιβασμό, όπως λόγου χάριν μη ύπαρξη του όρου Μακεδονία στην ονομασία τους, μιας που αυτοί βιάζονται για ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, ενώ εμείς απλά πρέπει να περιμένουμε μέχρι να υποκύψουν τελείως. Φυσικά και δεν ασπάζομαι τα ακροδεξιά παρατράγουδα που και αυτά υπήρξαν έντονα, πάντως ο κόσμος βγήκε να υπερασπιστεί κάτι που όσο ουτοπικό και να φαντάζει, εμένα μου φαίνεται ευγενές. Έχω στενοχωρήσει πολλούς φίλους τελευταία το ξέρω.

[1] Σπυρίδων Σφέτας, Η διαμόρφωση της Σλαβομακεδονικής ταυτότητας, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 2003.