Η (ελληνική) πραγματικότητα εκδικείται

Άρθρο του Γιώργου Κοσματόπουλου

Η άρνηση της πραγματικότητας οδηγεί με ακρίβεια σε καταστροφικά αποτελέσματα. Αυτό το αξίωμα επιβεβαιώνεται και στις τελευταίες εξελίξεις αναφορικώς με τα Σκόπια. Η αντίδραση της κοινής γνώμης όπως εκφράστηκε μέσα από τα ογκωδέστατα συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλά και διά των ευρημάτων όλων των σχετικών δημοσκοπήσεων, σε σχέση με την προοπτική της παραχώρησης του ονόματος της Μακεδονίας προκειμένου να οριστικοποιηθεί το όνομα της ΠΓΔΜ, επιβεβαίωσαν το γεγονός ότι διάφορες ηγεσίες της χώρας (πολιτική– εκκλησιαστική-πνευματική) έχουν προ πολλού πάρει διαζύγιο από την πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας. Η πραγματικότητα όμως δεν αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους αρνητές της. Πάντα τους εκδικείται αμείλικτα.
Η πραγματικότητα εκδικήθηκε  τον Τσίπρα. Άνοιξε ένα μείζον Εθνικό ζήτημα με τη γνωστή κουτοπονηριά που τον χαρακτηρίζει: Επεδίωξε να πουλήσει εκδούλευση σε ΗΠΑ και ΕΕ, που επιθυμούν διακαώς την επίλυση του ονοματολογικού για να προχωρήσει η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και την Ενωμένη Ευρώπη, με αντάλλαγμα τη στήριξη τους προκειμένου να πλασάρει στο εσωτερικό την ‘’οριστική έξοδο από το μνημόνιο’’ και τη ‘’διευθέτηση του χρέους’’. Στόχευε ακόμα, στην παγίδευση της αντιπολίτευσης αφενός διασπώντας τη ΝΔ λόγω των αντίθετων γραμμών των διαφόρων φατριών επί του ζητήματος αφετέρου διά του εγκλωβισμού του Κινήματος Αλλαγής στην ‘’προοδευτική’’ γραμμή του ώστε να απελευθερωθεί και ο συνέταιρος Καμμένος καταψηφίζοντας εκ του ασφαλούς την όποια πρόταση φέρει ο Κοτζιάς, χωρίς να κινδυνεύσει η σταθερότητα της κυβέρνησης.
Όλος αυτός ο σχεδιασμός οικοδομήθηκε  στη βεβαιότητα ότι ο ελληνικός λαός ουδόλως ή έστω ελάχιστα ενδιαφέρεται για το Σκοπιανό, δέσμιος  της σκληρής καθημερινότητας την οποία του έχει επιβάλλει ο Τσίπρας και για την οποία δεν εξωτερικεύσει δυναμικά την αγανάκτησή του. Ο λαός λοιπόν, κατά την ανάγνωση της πραγματικότητας εκ μέρους του Μαξίμου, δεν θα αντιδρούσε, ίσα-ίσα θα ξεχνούσε για λίγο την μνημονιακή ρουτίνα των περικοπών, των κατασχέσεων, των πλειστηριασμών, της φτωχοποίησης του ενώ η αντιπολίτευση θα εξακολουθούσε να είναι δέσμια των τάσεων πολιτικής αυτοκτονίας των τελευταίων ετών.
Αντιθέτως, ο Τσίπρας είδε τον ελληνικό λαό να διατρανώνει την άρνησή του στον σχεδιασμό της κυβέρνησης στον ίδιο τόπο όπου τον εξαπάτησε, στην Πλατεία. Είδε το σύμβολο της Αριστεράς και μία εκ των κορυφαίων εν ζωή προσωπικοτήτων του Ελληνισμού, τον Μίκη Θεοδωράκη να αποκαλεί ‘’εθνομηδενιστές’’ και ‘’κυβέρνηση μειοψηφίας’’ τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Η ΝΔ από την άλλη, επέδειξε έστω και καθυστερημένα το ένστικτο αυτοσυντήρησης που ανέκαθεν χαρακτήριζε την εν Ελλάδι Δεξιά και έκλεισε την πόρτα της συνεργασίας. Παρομοίως φαίνεται να πράττει και το ΚΙΝΑΛ, μετά τη δυναμική αντίδραση της παραδοσιακής βάσης του ΠΑΣΟΚ  ενώ και οι ΑΝΕΛ είναι πλέον σχεδόν βέβαιο ότι, παρά την έλλειψη σπονδυλικής στήλης που διακρίνει τον Καμμένο, δεν πρόκειται αυτή τη φορά να κρατήσουν αρραγές το κυβερνητικό μέτωπο, τουλάχιστον στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεδομένου ότι διάφοροι διαδρομιστές τύπου Παπαχριστόπουλου που θεωρούν τον Πρόεδρό τους καμένο χαρτί  δεν αποκλείεται να υπερψηφίσουν υπό την προσδοκία της εξασφάλισης μίας θέσης στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές.
Η ηγεσία της Εκκλησίας επίσης υπαναχώρησε από το άτυπο deal με τον Τσίπρα και ‘’ευλόγησε’’ το συλλαλητήριο της Αθήνας, αιφνιδιαζόμενη κι αυτή από το γεγονός ότι δεκάδες Λειτουργοί της, πολλών Μητροπολιτών συμπεριλαμβανομένων, αγνόησαν την απαγόρευση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου και έδωσαν δυναμικό παρόν στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης.
Το ίδιο και τα ΜΜΕ που από την προκλητική υποβάθμιση του συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης, με την ΕΡΤ να ξεπερνάει τον εαυτό της, άλλαξαν στάση μερικώς μετά τη δυναμική που αναπτύχθηκε και τα δυσμενή σχόλια που εισέπραξαν.
Ο Τσίπρας επέλεξε λοιπόν να αγνοήσει την ευαισθησία της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού, στα Εθνικά ζητήματα. Δεν μπήκε καν στον κόπο να σκεφτεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που τον στήριξε ήταν γαλουχημένη  με τις ιδέες τους Ανδρέα Παπανδρέου που τον κοπιάρει, κατά άλλα, στον τόνο της φωνής στο Dresscode και σε κάποιες χαρακτηριστικές του φράσεις που, με τσαπατσουλιά, έχει ξεπατικώσει από το YouTube.
Νόμισε ότι ο μέσος πολίτης  είναι σαν το μέσο ΣΥΡΙΖΑίο κομματάνθρωπο  που με μία θέση στον κρατικό μηχανισμό, ένα γλίσχρο μεροκάματο των 0,60 ευρώ/’’τιτίβισμα’’ ή έστω παραμυθιαζόμενος από την ΑΥΓΗ και λοιπές φυλλάδες θα σιωπήσει. Όπως οι προηγούμενη ξέχασαν μονομιάς το αντιμνημόνιο κάπως έτσι και ο μέσος πολίτης με 300 ευρώ μέρισμα,  που θα τα επιστρέψει στο πολλαπλάσιο μέσω της άγριας φορολόγησής του, θα κατεβάσει ότι και του σερβίρει αμάσητο. Η οικονομία άλλωστε όσο κι αν είναι ζήτημα επιβίωσης για κάθε κράτος δεν μπορεί να λάβει τα χαρακτηριστικά εθνικού ζητήματος δημιουργώντας κινηματικές συνθήκες διότι  όποια οικονομική πολιτική κι αν εφαρμοστεί εδικά με τις παρούσες συνθήκες είναι εκ φύσεως διχαστική και συγκρουσιακή. Κάποια θα υποστούν πλήγμα στα οικονομικά τους συμφέροντα προκειμένου να μεταφερθούν πόροι προς ενίσχυση άλλων. Και πλέον δεν ομιλούμε με παραδοσιακούς ταξικούς όρους, που στην Ελλάδα άλλωστε ουδέποτε απέκτησαν το μαρξιστικό περιεχόμενο. Ομιλούμε για σύγκρουση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα σε επίπεδο υπαλλήλων για εξόντωση ι ελευθέρων επαγγελματιών, για πογκρόμ επιστημόνων και αγροτών  για σύγκρουση μεσαίων και μικρομεσαίων,  και τελικά για αναδιανομή της φτώχειας.
Αυτό άλλωστε ήταν το δυνατό χαρτί του Τσίπρα ακόμα και μετά την ψήφιση του τρίτου και χειροτέρου Μνημονίου. Κατάφερε να εξαπατήσει πρώτα τα κόμματα της αντιπολίτευσης ώστε να του παράσχουν στήριξη στην ψήφισή του, μιας και η Αριστερή –δραχμολαγνική (αλλά σίγουρα αξιοπρεπέστερη) του πτέρυγα είχε ουσιαστικά αποχωρήσει και έκανε άμεσα εκλογές με το σύνθημα ‘’ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν’’. Έτσι, εκτός των άλλων, επικράτησε στην κοινή γνώμη η αίσθηση ότι όποιος κι αν έρθει μετά τον Τσίπρα πάνω-κάτω τα ίδια θα κάνει εφαρμόζοντας μνημόνιο. Η έλλειψη εναλλακτικής σε συνδυασμό με την απογοήτευση και την κόπωση του λαού κρατούσαν τη αγανάκτηση βουβή ή αποτυπωμένη  μόνο  στις δημοσκοπήσεις.
Η πραγματικότητα τον εκδικήθηκε λοιπόν. Οι πολίτες που επί 8 χρόνια υφίστανται απανωτές ταπεινώσεις και εθνικές ήττες,  αναζητούσαν ένα ξέσπασμα. Μία αφορμή για να υψώσουν ανάστημα, να αισθανθούν ότι λένε επιτέλους ένα μεγάλο, ουσιαστικό και  πραγματικό τούτη την φορά ΟΧΙ. Πλέον ο Τσίπρας έχει απέναντί  του  την αντιπολίτευση, την εκκλησία, το 70% του ελληνικού λαού όπου εκεί περιλαμβάνεται και το 50% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης πάνω από τους μισούς συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο είχαν ψηφίσει ΟΧΙ στο δημοψήφισμα –παρωδία του 2015, κάτι που αποδεικνύει ότι η τότε απάτη δεν παρεγράφη…
Ο τρόπος με τον οποίο ήρθε και πάλι στο προσκήνιο το σκάνδαλο Novartis, η χοντροκομμένες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, η αστεία – τουλάχιστον με τα στοιχεία που γνωρίζουμε – νομική τεκμηρίωση των αποδιδόμενων πράξεων, η τρομερή προχειρότητα με την οποία φαίνεται ότι σχεδιάστηκε η νέα αυτή ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, αποδεικνύουν πανικό.
Θα έλεγε κανείς ότι ο Τσίπρας αντελήφθη την ύβριν που διέπραξε έναντι της πραγματικότητας και προσπαθεί πανικόβλητος να ξεφύγει της νεμέσεως ; Μήπως συμμορφώνεται με την πραγματικότητα μιας και η σκανδαλολογία ανέκαθεν εξιτάριζε την κοινή γνώμη;  Ίσως….
 Από την άλλη όμως,  η εξέλιξη της υπόθεσης Novartis πιθανόν να  αποδεικνύει ότι αγνόησε και πάλι την πραγματικότητα : Όταν αγνοείς τα ιστορικά διδάγματα παρομοίων καταστάσεων και εμπιστεύεσαι σε τόσο σοβαρά θέματα κουτσαβάκια τύπου Πολάκη και ‘’υπηρέτες πολλών αφεντάδων’’ τύπου Παπαγγελόπουλου είναι εξωπραγματικό  να περιμένεις ένα αποτέλεσμα που θα σε δικαιώσει. Οψόμεθα…