Περί συναίνεσης

Άρθρο του Κώστα Νικολόπουλου

Κάθε φορά που κάποιος επώνυμος, ο οποίος δεν ανήκει στον πολιτικό χώρο των δύο κυβερνητικών κομμάτων, αλλά κινείται στο χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ή της κεντροαριστεράς, τολμάει να μιλήσει για την ανάγκη ενός πιο ήπιου πολιτικού κλίματος, ή ακόμα και συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων, θεωρώντας το ως απαραίτητο όρο για το ξεπέρασμα των μακροχρόνιων παθογενειών του πολιτικού μας συστήματος και της κρίσης που ταλανίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια, σηκώνεται αμέσως μια θύελλα αντιδράσεων που ξεκινάει από την απλή απόρριψη της τοποθέτησης αυτής και φτάνει πολλές φορές μέχρι του σημείου της άμεσης ή έμμεσης κατηγορίας για λανθάνοντα ή φανερό φιλοσυριζαϊσμό, κάποιες φορές με αμφιλεγόμενα υπονοούμενα.
Το τελευταίο επεισόδιο παίχτηκε με το χθεσινό άρθρο του Νίκου Μαραντζίδη σε κυριακάτικη εφημερίδα.
“Ευτυχώς”, ο κύριος Μαραντζίδης έχει κατηγορηθεί τόσες πολλές φορές για τα αντισυριζαϊκά του αισθήματα, μέχρι που έγινε στόχος και όχι μόνο λεκτικών επιθέσεων και έτσι δεν τόλμησε κανείς να του προσάψει άλλες προθέσεις, τουλάχιστον όχι ακόμα και εξ όσων γνωρίζω.
Το βασικό και μόνιμο επιχείρημα όσων υιοθετούν αυτή τη στάση είναι πάντα το ίδιο: δε μπορεί να υπάρξει κανενός είδους συναίνεση και σε κανένα απολύτως θέμα με αυτούς που καταστρέφουν τη χώρα.
Το γεγονός ότι η αιτία που κατατίθεται η πρόταση για συναίνεση είναι ακριβώς η επίκληση της σωτηρίας της χώρας, ποσώς τους πτοεί.
Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουν, ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν οι αρνητές της συναίνεσης, είναι ότι έτσι δικαιώνουν τη στάση των ΣΥΡΙΖΑ ΑΝΕΛ κατά την περίοδο 2010 -2015, τότε που εκείνοι αρνούνταν οποιαδήποτε συναίνεση με την ίδια ακριβώς δικαιολογία: καμία συναίνεση με αυτούς που κατέστρεψαν τη χώρα οδηγώντας την στα μνημόνια και στην κρίση.
Και στις δύο περιπτώσεις οι δηλώσεις εμπεριέχουν μεγάλο βαθμό υποκειμενικότητας, πλην όμως όσοι τις κατέθεταν και τις καταθέτουν, τις θεωρούσαν και τις θεωρούν σαν αξιώματα.
Ποια είναι όμως η πραγματικότητα;
Για τότε, η δήλωση ότι οι «παλιές πολιτικές δυνάμεις» οδήγησαν τη χώρα στην κρίση, προφανώς και ήταν σωστή, αφού αυτές κυβερνούσαν κατά τη μεταπολίτευση και μετά.
Ποιο ήταν το λάθος; Μα το άλλο σκέλος της δήλωσης, ότι τα μνημόνια έφεραν την κρίση, όπως ισχυρίζονταν εκείνοι και όχι το αντίθετο.
Όμως ακριβώς αυτό το δεύτερο σκέλος ήταν που τους επέτρεπε να παρουσιάζουν ως λογική συνέπεια την άρνηση οποιασδήποτε συναίνεσης: είναι δυνατόν να συνεργαστεί κάποιος με αυτούς που στα καλά καθούμενα έφεραν τα μνημόνια και το ΔΝΤ στη χώρα και με αυτόν τον τρόπο την καταστρέφουν;
Η αλήθεια όμως είναι, ότι ναι μεν «τα παλιά κόμματα» οδήγησαν τη χώρα στην κρίση και στην ανάγκη των μνημονίων, αλλά τα μνημόνια ήταν ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κρίση με το μικρότερο δυνατό κόστος για τους πολίτες και αν αντί για τη στείρα άρνηση από το ξεκίνημα της κρίσης, υπήρχε συναίνεση, ή έστω ανοχή από την αντιπολίτευση, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα σήμερα. Πολύ πιθανά να μην ήταν η Ελλάδα η μόνη χώρα που μπήκε στην κρίση και δεν βγήκε ακόμα.
Ας δούμε όμως και τον τωρινό ισχυρισμό περί καταστροφής της χώρας από τους σημερινούς κυβερνώντες.
Είναι γνωστό ότι το πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης τους, το περίφημο εξάμηνο της διαπραγμάτευσης Βαρουφάκη, ήταν ολέθριο για τη χώρα και για την οικονομία. Η χώρα πράγματι κόντεψε να καταστραφεί. Όμως τελικά η κυβέρνηση άλλαξε στάση, υιοθέτησε την αναγκαιότητα των μνημονίων, απέφυγε την καταστροφή και από τότε και μετά εφαρμόζει πρώτα το μνημόνιο των προηγουμένων και στη συνέχεια το αποκλειστικά δικό της.
Το μεγάλο κόστος όμως αυτής της πρώτης περιόδου πρόσθεσε τα δύο κόμματα της κυβέρνησης μέσα στο κάδρο και δίπλα ακριβώς στα «παλιά κόμματα», σε αυτά τα κόμματα, στη διακυβέρνηση των οποίων, οφείλεται η σημερινή κατάσταση της χώρας.
Πλέον κανείς δε είναι αθώος.
Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι αν δε γινόταν η κυβερνητική αλλαγή το 2015 η χώρα να είχε βγει από την κρίση, ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν εφαρμόζει σωστά το μνημόνιο, ότι έχει λάθος μίγμα πολιτικής, ότι οι προηγούμενοι θα τα έκαναν καλύτερα και να έχει δίκιο.
Όμως η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση ακολουθεί και εφαρμόζει την ίδια κατεύθυνση, την οποία ούτως ή άλλως, όπως και οι προηγούμενοι, τη συμφωνούν, για να μην πούμε τίποτα πιο βαρύ και για πριν και για τώρα, με τους εταίρους μας.
Μπορεί λοιπόν σήμερα, με τις συνθήκες όπως έχουν διαμορφωθεί, να μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο θετικά πράγματα από αυτά που γίνονται, αλλά η χώρα δεν καταστρέφεται, όσο και να θέλουν κάποιοι να το ισχυρίζονται.
Αυτό δε που έχει τη μεγαλύτερη σημασία και είναι η μεγάλη αλήθεια, είναι ότι και τότε και τώρα, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα, έως και πολύ καλύτερα για τη χώρα, αν υπήρχε και αν υπάρξει συναίνεση.
Ενδεχομένως αυτό να ευνοούσε την εκάστοτε κυβέρνηση και να ήταν εις βάρος της εκάστοτε αντιπολίτευσης, αλλά για τη χώρα και για τους πολίτες, θα ήταν πολύ καλύτερα.
Η άλλη μεγάλη πικρή αλήθεια είναι ότι τότε όπως και τώρα, το κομματικό συμφέρον τέθηκε πάνω από το εθνικό και το δημόσιο συμφέρον και από αυτό προκύπτουν οι δηλώσεις περί καταστροφής.