Θεσσαλονίκη: η συρρικνούμενη πόλη

Του Αλέξανδρου Παπουτσή Πολιτικού Αναλυτή- Επιχειρηματία

Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας προχωρά στο χρόνο χωρίς προορισμό. Νιώθουμε όλοι ότι οι τοπικές ελίτ είτε είναι αδύναμες να πιάσουν το τιμόνι και να το στρίψουν προς μία κατεύθυνση είτε αδιαφορούν συνειδητά καθώς νιώθουν παρακολούθημα της κεντρικής πολιτικής διαμάχης.

Για να καταφέρει η ανθρωπότητα να απαλλαγεί από μυθοπλασίες, δεισιδαιμονίες και λοιπές μαγγανείες πέρασαν αιώνες μαχών, διώξεων και συγκρούσεων. Για να περάσουμε στη νεωτερικότητα και την επικράτηση του ορθού λόγου έπρεπε να συμφωνήσουμε πως οι αριθμοί κατέχουν μεγαλύτερη σημασία και βαρύτητα από τις δοξασίες. Ας δούμε λοιπόν μερικούς αριθμούς της πόλης.

Ο πληθυσμός του Δήμου Θεσσαλονίκης μεταξύ των ετών 2001 και 2011 μειώθηκε κατά 13,4%. Οι κάτοικοι φαίνεται να εγκαταλείπουν την πόλη εδώ και περισσότερο από τρία χρόνια. Η μείωση είναι ιδιαίτερα έντονη στις μικρές και παραγωγικές ηλικίες . Περίπου 38% μείωση για τις ηλικιακές ομάδες 6 – 14 ετών, 26% η μείωση για τους 15-24, 24% για την ηλικιακή ομάδα 25-39 και αύξηση 85% για τον πληθυσμό άνω των 80 ετών.

Οι αναλογίες πρασίνου ανά κάτοικο τραγικές με περίπου 2,73 τ.μ. για τον καθένα μας – με το κατώτατο διεθνώς παραδεκτό όριο στα 10 τ.μ. Οι μεγάλες βασικές υποδομές είναι της δεκαετίας του 1970 και αυτές που ολοκληρώνονται, ολοκληρώνονται εδώ και μία δεκαετία. Η οικονομική κρίση ήρθε και επικάθησε στην πόλη μετά από μία δεκαπενταετία συνεχών πληγμάτων για την ευρύτερη οικονομία της περιοχής. Η αποβιομηχάνιση, η ανεργία, η αποεπένδυση, η ερήμωση των βιομηχανικών περιοχών μας δεν ξεκίνησαν το 2010, όπως σε όλη την Ελλάδα, αλλά νωρίτερα στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Καταφέραμε να αλλάξουμε το παραγωγικό πρότυπο της περιοχής; Όχι. Καταφέραμε να προσελκύσουμε ή να στηρίξουμε την ίδρυση νέων επιχειρήσεων σε διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς; Πλην του τουρισμού, όχι. Καταφέραμε να μετατρέψουμε την πόλη σε κόμβο εμπορίου, εκπαίδευσης, πολιτισμού; Όχι. Υλοποιήσαμε κάποια φιλόδοξη ανάπλαση του δημόσιου χώρου ώστε να προσδώσουμε χαρακτήρα και πλεονεκτήματα στην πόλη. Με την εξαίρεση της Νέας Παραλίας, όχι. Καταφέραμε μήπως να μετατρέψουμε τη Θεσσαλονίκη σε μία πόλη λειτουργική και βιώσιμη που αν μη τι άλλο εξασφαλίζει ένα επίπεδο ποιότητας ζωής; Εκ του αποτελέσματος όχι.

Δημογραφική αποψίλωση, οικονομική δυσπραγία, καχεκτική ανάπτυξη, αδυναμία παρακολούθησης παγκόσμιών εξελίξεων, αναξιοποίητο διανοητικό κεφάλαιο, ανολοκλήρωτες υποδομές και αφόρητη καθημερινότητα φανερώνουν την δραματική μας αδυναμία να σχεδιάσουμε στρατηγικά τα επόμενα βήματά μας. Αδυναμία των τοπικών ελίτ αλλά και ημών των πολιτών που έχουμε μετατραπεί δια του μιθριδατισμού μας σε μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών. Που μας φαίνεται λογικό η Αριστοτέλους να είναι εμποροπανήγυρις, λογικό η Νέα Παραλία να λεηλατείται, λογικό οι προσόψεις των κτιρίων να είναι μουντζουρωμένες. Μας φαίνεται λογικό να υπάρχουν σκουπίδια παντού, λογικό ο ΟΑΣΘ να έχει οχήματα 25ετίας, λογικό το Μετρό να κάνει 20 χρόνια να τελειώσει. Που έχουμε αποδεχθεί ως λογικό το αεροδρόμιο να μην συνδέεται με μέσο σταθερής τροχιάς, λογικό τα Πανεπιστήμια να προσφέρουν μόνον ενοικιαστές διαμερισμάτων στην τοπική κοινωνία.

Όλα αυτά είναι ξανά στο τραπέζι του διαλόγου, για μία ακόμη δεκαετία. Ίσως αυτή τη φορά με καλύτερες προϋποθέσεις διότι έχουν ηττηθεί στην πράξη πολλές ιδεοληψίες του παρελθόντος, διότι οι ανάγκες είναι πιο πιεστικές και τα πετυχημένα παραδείγματα πόλεων φτάνουν στα μάτια μας πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να έχει έναν συγκεκριμένο στόχο. Να γίνει την επόμενη δεκαετία μια κανονική ευρωπαϊκή πόλη με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Μπορεί και πρέπει να γίνει μία ευρωπαϊκή μητρόπολη. Αυτός είναι ο στόχος. Όχι η διολίσθηση σε μία μετασοβιετικού τύπου πρωτεύουσα επαρχίας.