Το πολιτικό διακύβευμα των εκλογών της 7ης Ιουλίου

Άρθρο της Νικολέτας Σπυροπούλου Υποψήφια βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης

 

Σε κάθε πολιτική αναμέτρηση αναμένει κανείς έντονες πολιτικές διαμάχες, αντιπαραθέσεις γύρω από μείζονα πολιτικά ζητήματα, μέσα από τις οποίες όλα τα κόμματα φιλοδοξούν να αναδείξουν τις προγραμματικές τους δεσμεύσεις. Στη χώρα μας διανύουμε ήδη -ατύπως- την προεκλογική περίοδο χωρίς ωστόσο ο πολιτικός διάλογος να διεξάγεται υπό τους συνήθεις όρους. Τούτο συμβαίνει διότι τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν να περιχαρακώσουν την πολιτική διαμάχη σε έντονο πολιτικό διπολισμό. Ο κύριος λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι, κατ’ εκτίμηση τους, η πόλωση θα τους ενισχύσει κατά το μέγιστο δυνατό, ώστε η ΝΔ από τη μια πλευρά να επιτύχει την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία και ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη να μειώσει τη διαφορά που καταγράφηκε στις Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου με σκοπό την διατήρηση της συνοχής και εν τέλει της βιωσιμότητάς του.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι ο πολιτικός διάλογος εγκλωβίζεται στην αριθμολαγνεία των επιτελείων και καταλήγει σε κυνήγι στατιστικών δεδομένων. Με αυτόν τον τρόπο η πόλωση εντείνεται, ο διχασμός εξαπλώνεται, ενώ τα ουσιώδη ζητήματα, για την επίλυση των οποίων απαιτείται σαφής πολιτική τοποθέτηση, μετατίθενται σε δεύτερο πλάνο. Το βαθιά συντηρητικό πρόγραμμα της ΝΔ και οι δημαγωγικές προεκλογικές δεσμεύσεις του μορφώματος ΣΥΡΙΖΑ επικαλύπτονται δημιουργώντας ασάφεια για την επομένη των εκλογών.

Ωστόσο, η κρίση στη χώρα την τελευταία δεκαετία έφερε στην επιφάνεια παθογένειες ετών των οποίων η επίλυση απαιτεί γενναίες μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που αφορούν στη δημόσια διοίκηση, την υγεία, την παιδεία, τη δικαιοσύνη. Εδώ βρίσκεται τα πραγματικό διακύβευμα των εκλογών. Η χάραξη μιας πολιτικής που εγγυάται την δημοκρατική σταθερότητα, την κοινωνική ισότητα και την επανάκτηση της αξιοπρέπειας των πολιτών. Πρόκειται για εκείνη την όψη της πολιτικής που εγγυάται καινοτομίες στους θεσμούς, τις τεχνολογίες, τις καθημερινές πολιτικές πρακτικές.

Απαιτείται όμως αλλαγή πολιτικής. Η αλλαγή αυτή μπορεί να έρθει μόνο μέσα από ένα πολιτικό και κοινωνικό προοδευτικό ρεύμα. Η γνήσια κεντροαριστερά διαπνεόμενη από τις αρχές της σοσιαλδημοκρατίας είναι η μόνη που δύναται να εγγυηθεί την πολιτική αλλαγή. Και τούτο γιατί μόνο αυτή αντιλαμβάνεται την πολιτική ως σύνθεση ιδεών και πράξης. Δεν αυτοπροσδιορίζεται από τις εξελίξεις ούτε μεταβάλλεται από αυτές αλλά τις αφουγκράζεται και τις καθορίζει.

Το Κίνημα Αλλαγής αντελήφθην νωρίς το βάρος της ευθύνης για τη χώρα και για το λόγο αυτό προχώρησε στην ανασυγκρότηση των δυνάμεών του και στη χάραξη μιας προοδευτικής και συνάμα ρεαλιστικής πρότασης. Στην αντιπαλότητα μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί τον τρίτο εναλλακτικό πόλο αλλά τον μόνο προοδευτικό δρόμο. Για αυτό τον λόγο δεν συνθλίβεται αλλά παραμένει δυνατό για να δώσει τη μάχη των εθνικών εκλογών. Παρακαταθήκη του οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις του ΠΑΣΟΚ στην υγεία (Ηλεκτρονική συνταγογράφηση), το κράτος (ΔΙΑΥΓΕΙΑ, ΑΣΕΠ), τους θεσμούς (Συνήγορος του Πολίτη, Οικονομικός Εισαγγελέας).

Στο Κίνημα Αλλαγής αντιλαμβανόμαστε το βάρος της ευθύνης. Έχουμε την ηθική υποχρέωση να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και κοιτάμε κατάματα τον ελληνικό λαό ζητώντας του να μας εμπιστευθεί. Μέλημά μας δεν είναι μόνο η καταγραφή ενός «καλού» εκλογικού αποτελέσματος. Ζητάμε την εμπιστοσύνη των πολιτών, να ανασύρουν από τη μνήμη τους τα όσα ο δικός μας αγώνας εξασφάλισε στη χώρα και να επιστρέψουν στη μοναδική μεγάλη δημοκρατική παράταξη. Γιατί το διακύβευμα των εκλογών δεν είναι αριθμητικό, είναι βαθιά πολιτικό, είναι εθνικό.