Σταυρός Προτίμησης vs Λίστα Υποψηφίων: Θεωρητικοί προβληματισμοί

Άρθρο γνώμης του Αντώνη Μπάγιου

Λίγους μήνες μετά τις τελευταίες εθνικές εκλογές και λίγο περισσότερο μετά τις ευρωεκλογές, μπορεί πλέον κανείς με περισσότερη σφαιρικότητα, εμπλουτισμένη από την απαιτούμενη αποστασιοποίηση από απόψεις υποκειμενικές και με σαφώς λιγότερο συναίσθημα που μια προεκλογική περίοδος αιτιωδώς συνεπιφέρει, να εξετάσει τα ανακύψαντα νομικά και δικαιοπολιτικά ζητήματα, τα οποία προϋπήρχαν μεν σε θεωρητικό επίπεδο αλλά τείνουν να κάνουν την εμφάνισή τους και να αποτυπώνονται σε πραγματικό χρόνο ως προβληματικές πρακτικής πλέον διαβάθμισης στη συγκεκριμένη αυτή πολιτική συγκυρία. Ένα από τα ζητήματα αυτά, τόσο νομικό όσο και πολιτικό, σίγουρα διαχρονικό,  όπως αποδεικνύει η εμπειρία, το οποίο απασχολεί την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία κυρίως κατά την έναρξη των προετοιμασιών διενέργειας των ευρωεκλογών είναι αυτό της επιλογής του τρόπου ανάδειξης των υποψηφίων ευρωβουλευτών, δηλαδή της εκλογής δια σταυρού προτιμήσεως ή διά δεσμευμένου συνδυασμού (ή αλλιώς λίστας ή αλλιώς προκαθορισμένης σειράς υποψηφίων). Το ζήτημα προέκυψε τόσο το 2014, με την τότε συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου να επιλέγει το σύστημα της σταυροδοσίας κατόπιν και της ουσιαστικής παρέμβασης του τότε Προέδρου της Βουλής, Βαγγέλη Μειμαράκη -διαχρονικού υπέρμαχου του σταυρού προτιμήσεως- παρά τις εσωκομματικές αντιδράσεις στο κόμμα της ΝΔ[1]. Προέκυψε όμως σε θεωρητικό επίπεδο και στις τελευταίες ευρωεκλογές με την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να αποφασίζει και αυτή τη διενέργεια των εκλογών δια σταυροδοσίας[2]. Νεότερος από τους δύο τρόπους είναι αυτός του δεσμευμένου συνδυασμού, ο οποίος έχει τις ρίζες του σε συγκεκριμένη πολιτική περίοδο και ιδεολογική κατεύθυνση.

 

Για να εντοπιστεί η χρονική στιγμή πρωτοεμφάνισης της λίστας, ως τρόπου εκλογής των βουλευτών, απαιτείται μια ιστορική αναδρομή στο μακρινό 1982 και στην πολιτική πρωτοβουλία της τότε κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος -μάλλον κατά πολιτική του διάψευση, όπως αποδείχθηκε μετέπειτα- εισήγαγε τη λίστα ως δείγμα και στίγμα προόδου του εκλογικού συστήματος επιχειρώντας να την αναγάγει σε εχινάκεια όλων των παλαιοκομματικών παθογενειών του ελληνικού πολιτικού γίγνεσθαι. […] «Θέλουμε να καταξιώσουμε τον βουλευτή ως εκπρόσωπο του έθνους, να ενισχύσουμε το ρόλο των κομμάτων, να τα υποβοηθήσουμε στη μετεξέλιξή τους σε κόμματα αρχών, να θέσουμε τέρμα στον κομματάρχη και στις προσωπικές διαμάχες..»[3], ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ο πρώην Πρωθυπουργός. Λίγα χρόνια όμως αργότερα ήταν ο ίδιος που αυτοαναιρέθηκε προβαίνοντας σε κατάργηση της λίστας και επαναφορά του σταυρού προτίμησης, ακριβώς διότι δημιουργήθηκε μία αίσθηση υποβάθμισης της λαϊκής εκλογικής βούλησης υπέρ της κρίσης του αρχηγού κόμματος, η οποία επέδρασε αρνητικά και στα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ.

 

Μετά και από την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου πολιτικής γέννησης της λίστας, πρέπει να καταστεί σαφές τι ισχύει νομικά σχετικά με την επιλογή συστήματος διενέργειας εκλογών, στην οποία ενέχεται και το δίλημμα σταυρού ή λίστας. Το άρθρο 54 παρ.1Συντ. ορίζει ότι «το εκλογικό σύστημα … ορίζονται με νόμο.». Άρα, ο καθορισμός του εκλογικού συστήματος αλλά και η επιλογή σχετικά με το ως άνω δίλημμα επαφίεται στη δραστηριότητα του κοινού νομοθέτη τόσο για τις εθνικές εκλογές, όσο και για τις ευρωεκλογές. Με την αναθεώρηση του 2001 και ενώπιον της μάλλον απλοϊκής έως τότε δυνατότητας μεταβολής του εκλογικού νόμου για την οποία προβλεπόταν απλή πλειοψηφία, προστέθηκε η εξής δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή ενός πολιτικού αιφνιδιασμού από πλευράς κυβερνήσεως: Ο νόμος για το εκλογικό σύστημα αναπτύσσει τα αποτελέσματά του από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν ψηφιστεί από τα 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών, όποτε και τα αναπτύσσει από τις επόμενες[4]. Αναφορικά με τις εθνικές εκλογές. η λίστα επανήλθε το 2008 από τον Προκοπή Παυλόπουλο ως δυνατότητα προς εφαρμογή μόνο για συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία με το Ν. 3636/2008, ο οποίος ορίζει ότι «εκλογές με λίστα μπορούν να διενεργηθούν μόνο στην περίπτωση.

πηγή: Νομικός Παλμός