Ελλάδα – Βουλγαρία: Εχθρικοί σύμμαχοι και φιλικοί εχθροί

Υπογράφουν 7 μέλη-στελέχη του ΚΕ.ΑΣ.Μ. (Κέντρο Αστικής Μεταρρύθμισης)

Μαρκόπουλος Χ. Θωμάς, Επικοινωνιολόγος

Μεταπτυχιακός Φοιτητής Διεθνών, Ευρωπαϊκών Σπουδών και Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Μαριέτα Μουγιάντζη,

Φοιτήτρια Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας Α.Π.Θ.

Με τα σημερινά δεδομένα ο καταλληλότερος σύμμαχος της Ελλάδας στα Βαλκάνια προβάλλει καλώς-κακώς η Βουλγαρία, ορίστε το γιατί:

– Συνορεύουν και οι 2 άμεσα, per marre per terra, με την ερντογανική Τουρκία.

– Έχουν και οι 2 δυναμικές μουσουλμανικες μειονότητες

– Έχουν και οι 2 κοινό στοιχείο το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, παρά της διαφορές τους.

– Είναι και οι 2 χώρες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

– Έχουν και οι 2 έντονο δημογραφικό πρόβλημα, πρόβλημα αλλοίωσης πληθυσμού, πρόβλημα γερασμένου πληθυσμού, μεγάλη μετανάστευση νέων προς την Ευρώπη.

– Έχουν και οι 2 οικονομική κρίση διάρκειας.

– Είναι και οι 2 αντίθετες, με τον δικό τους τρόπο βέβαια η καθεμία, στον ”μακεδονισμο” της ΠΓΔτΜ.

– Υπάρχει η μεγάλη ενεργειακή-διπλωματική προίκα εδώ και 25 περίπου χρόνια.

 

Οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας μετά το 1880 εξελίχθηκαν και συνεχίζουν να αναπτύσσονται εποικοδομητικά διαγράφοντας μια ανοδική πορεία σε άπαντες τους τομείς. Το δίπτυχο Ελλάδας-Βουλγαρίας αποτελώντας ένα πολυσήμαντο γεωγραφικό σταυροδρόμι με πολυδιάστατα οφέλη, παίζει έναν καταλυτικό ρόλο στις σχέσεις των Βαλκανικών χωρών, τα οποία βρίσκονται σε συνεχή διπλωματική ένταση. Η ελληνοβουλγαρική αυτή συμμαχική σχέση σίγουρα αποτελεί παράμετρο σταθερότητας για τα Βαλκάνια. Άλλωστε, μια τέτοια φιλική και στρατηγική συνεργασία γεμάτη εμπιστοσύνη είναι επόμενη, καθώς τόσο η Ελλάδα, όσο και η Βουλγαρία έχουν κοινά σημεία και μοιράζονται κοινά προβλήματα. Σε ένα κλίμα που θέλει και τις δυο χώρες να ασπάζονται το χριστιανικό δόγμα, να αντιμετωπίζουν οικονομική κρίση διαρκείας, να έχουν έντονο δημογραφικό πρόβλημα, να συνορεύουν per marre per terra με την ερντογανική Τουρκία και να προσπαθούν για την εφαρμογή της Συνθήκης των Πρεσπών, η συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας αποτελεί αναγκαιότητα.

Κατερίνα Δαουτάκου, 

Τελειόφοιτη του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Παν. Πελοποννήσου


Εάν και η Ελλάδα διαφέρει σε πολλά από την Βουλγαρία, μερικά από τα κοινά της σημεία σύμπλευσης δεν θα μπορούσε να αποτελέσουν η Ευρώ-Ατλαντική Ολοκλήρωση και η διαχείριση των Απειλών. Σε πρώτο στάδιο εκτός από τις διαφωνίες που έχουν να διαπραγματευτούν με τα κράτη μη – μέλη της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, έχουν να αντιμετωπίσουν και το Οργανωμένο Έγκλημα. Μέσα σε αυτό εντάσσεται η παράνομη διακίνηση ουσιών, ταυτόχρονα και η δημιουργία πλαστών εγγράφων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εντείνονται οι  δυσκολίες στην διευθέτηση των μεταναστευτικών ροών αλλά και την πάταξη του Εγκλήματος στην περιοχή. Προκαλώντας, έτσι, την αυστηρότερη στάση των διεθνών οργανισμών και δημιουργώντας αρνητικές επιπτώσεις στο ηθικό – πολιτικό προφίλ των δύο κρατών παγκοσμίως εάν και οι ίδιες δεν φέρνουν ευθύνες. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η αγορά είτε πραγματικών, ακόμα και πλαστών Βουλγαρικών Ταυτοτήτων και Διαβατηρίων από πολίτες κρατών της Πρώην Γιουγκοσλαβίας με σκοπό να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Σένγκεν και στο εξωτερικό, απολαμβάνοντας όχι μόνο τα προνόμια της χώρας αλλά και του Ευρωπαίου Πολίτη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που εξαρθρώθηκαν μεγάλα κυκλώματα εμπορίου Λευκής Σαρκός και ναρκωτικών στην Ελλάδα και οι δράστες εκτός από πλαστά Ελληνικά Διαβατήρια είχαν και Βουλγαρικά. 


Παράλληλα, και οι δύο έχουν να αντιμετωπίσουν την επιρροή που προσπαθούν να ασκήσουν η Τουρκία και η Ρωσία προς τους συμμάχους με την αγορά των πυραύλων S-400, θέτοντας σε κίνδυνο και αμβλύνοντας την ένταση τόσο στα κράτη της Μαύρης Θάλασσας όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήδη από την Κριμαϊκή Κρίση και κατά την διάρκεια του Συριακού Εμφυλίου Πολέμου, η έλλειψη του σεβασμού των διεθνών και εν μέρη των εθνικών υδάτων από την μεριά της Ρωσίας έχει προκαλέσει πονοκέφαλο στις χώρες του ΝΑΤΟ. Η συνεχόμενη και μη ελεγχομένη διέλευση  των υποβρυχίων και λοιπών από τα Στενά του Βοσπόρου μαζί με την παρατεταμένη παρουσία τους στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν προκαλέσει την διεθνή αντίδραση και χρήζουν ειδικής μεταχείρισης. Σε αυτό έρχεται να συμβάλει και  η στάση της Τουρκίας με την αγορά των πυραυλικών συστημάτων από την Ρωσία, όσο και η τάση της για  εσωτερική νομιμοποίηση των παραβιάσεων της δεύτερης, την πραγματοποίηση αλληλένδετων επιδιωκόμενων στόχων, οι οποίοι εάν πραγματοποιηθούν μπορούν να αποτελέσουν πραγματικό κίνδυνο για τα κράτη που συνορεύουν μαζί τους ή  βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στο χώρο επιρροή τους. Η ρήξη των συμφερόντων και των συμμαχιών φαντάζει μικρό κακό στα όρια του επεκτατισμού και της εδαφικής κυριαρχίας.

Σωτήρης Παπαζαχαρίας, 

Φοιτητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.


Η ένταξη της Βουλγαρίας στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση μας επανασύνδεσε με τους βόρειους γείτονές μας μετά από 45 χρόνια Ψυχρού Πολέμου. Σήμερα, την περίοδο που βιώνουμε τον τουρκικό αναθεωρητισμό, δύο χώρες που συνορεύουν διά ξηράς και θαλάσσης με την Τουρκία και έχουν μουσουλμανική μειονότητα στα εδάφη τους είναι επιβεβλημένο να αφήσουν στην άκρη τις ιστορικές τους αντιπαραθέσεις και να συνεργαστούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν μία πληθυσμιακά ακμάζουσα και γεωπολιτικά διαρκώς αναβαθμιζόμενη χώρα. 


Εξάλλου, τα πολιτισμικά στοιχεία που συνδέουν τους δύο λαούς είναι πολλά, με βασικότερο την Ορθοδοξία, όπως και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν, με σημαντικότερες από αυτές την οικονομική κρίση αλλά και το δημογραφικό, που αποτελεί μακροπρόθεσμα ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα. Σε μία πολύ ρευστή γεωπολιτικά περιοχή, η Ελλάδα και η Βουλγαρία μπορούν να αποτελέσουν πυλώνα σταθερότητας, με βασικό γεωπολιτικό προσανατολισμό τη Δύση, χωρίς ωστόσο να παραβλέπουν την πιθανότητα συνεργασίας με άλλες ισχυρές χώρες της περιοχής, όπως η Ρωσία.


Πασχάλης Ιωαννίδης, 

Φοιτητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.


Παρά την από το μεσαίωνα προερχόμενη ιστορική αντιπαλότητα των Ελλήνων με τους Βουλγάρων , αντιπαλότητα που διατηρήθηκε μέχρι και το τέλος του Β Παγκοσμίου, οι γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες επιβάλλουν τη στενή συμμαχία και οικονομική συνεργασία μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας. Εξετάζοντας τις συνθήκες αυτές αβίαστα συμπεραίνει κανείς πως η Βουλγαρία αποτελεί τον καταλληλότερο γεωπολιτικό και οικονομικό εταίρο μας στα Βαλκάνια. Αρχικά είναι η θέση της Βουλγαρίας που επιτάσσει τη σύμπραξη αυτή, καθώς συνορεύει με την Τουρκία από στεριά και θάλασσα. Ήδη από τις ελληνοτουρκικές κρίσεις του 80 και του 90 ( ιδίως στην κρίση του Σισμίκ)  η Βουλγαρία τάχθηκε υπέρ της ελληνικής πλευράς και εναντίον της τουρκικής.  


Στο πλευρό μας ανέκαθεν λοιπόν εναντίον της του τουρκικού επεκτατισμού που εκφράζεται μεταξύ άλλων και με το ισλαμικό τόξο που προσπαθεί η Τουρκία να δημιουργήσει στη Βαλκανική, αφού είναι στην πλειονότητα της χώρα ορθόδοξη στο δόγμα , όπως και η Ελλάδα. Καθώς μάλιστα ο πατερναλισμός των μουσουλμάνων της βαλκανικής από την τουρκική πλευρά στοχεύει και εναντίον της μουσουλμανικής μειονότητας της Βουλγαρίας, η τελευταία αναγκαστικά προσαρτάται από κοινού με την Ελλάδα στο αντι-ερντογανικό άρμα. Η σύσφιξη των γεωπολιτικών και ( μετά τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας της ) οικονομικών δεσμών επήλθε με την ένταξη της Βουλγαρίας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ. Αλλά και στο μέτωπο του σκοπιανού αλυτρωτισμού και του λεγόμενου μακεδονισμού των βορείων γειτόνων η Βουλγαρία υποστηρίζει τις θέσεις μας ( ενίοτε με μεγαλύτερη συνέπεια από εμάς τους ίδιους). Αυτό το κάνει βέβαια για δικούς της σκοπούς : καθώς η πλειονότητα των αυτοπροσδιοριζομένων ως σλαβομακεδόνων ομιλεί την βουλγαρική και έχει βουλγαρικές καταβολές, η εναντίωση στην ύπαρξη «μακεδονικού» έθνους θα στρέψει αυτομάτως όλους αυτούς στην αγκαλιά της Βουλγαρίας. 


Πέραν των κοινών εξωτερικών ανησυχιών οι δύο χώρες έχουν και κοινά εσωτερικά προβλήματα τα οποία πασχίζουν από κοινού να επιλύσουν. Η υπογεννητικότητα ( που οδηγεί μοιραία στο γηρασμένο πληθυσμό), η αλλοίωση της βαλκανικής πολιτιστικής κληρονομιάς ( της οποίας κοινά στοιχεία αμφότεροι μοιραζόμαστε) καθώς και η οικονομική μας καθυστέρηση συγκριτικά με τις χώρες της Δύσης είναι ορισμένα από αυτά. Η περεταίρω σύσφιξη των διμερών σχέσεων και των οικονομικών σχέσεων μας αποτελεί μονόδρομο και εξ αιτίας αυτών των ζητημάτων. Ειδικότερα και στον τομέα της ναυτιλίας επιβεβλημένη είναι και η περεταίρω διευκόλυνση της διαπεραίωσης βουλγαρικών εμπορευμάτων μέσω Θεσσαλονίκης ( προσπάθεια η οποία σημειωτέον έχει ήδη εδώ και έτη δρομολογηθεί ) θα επιφέρει οφέλη και στις δύο χώρες∙ αφενός η Βουλγαρία θα «απεγκλωβιστεί» εμπορικά από τη Μαύρη Θάλασσα και συνεπώς από την τουρκική επιρροή που προκύπτει από τον έλεγχο των στενών του Βοσπόρου, αφετέρου η Ελλάδα θα αποκτήσει περεταίρω έσοδα από την αύξηση της εμπορικής κίνησης στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.  


Το όλον κείμενο επιμελήθηκαν συντακτικά και ορθογραφικά 

η Νταγκίνη (Ντίνα) Κωνσταντίνα και ο Γιαννούλης (Άκης) Γρηγόριος, Φοιτητές της Νομικής Σχολής Α.Π.Θ. και οι δυο.