Αντιπολίτευση στον καιρό της πανδημίας: Τα οικονομικά μέτρα και η απορρύθμιση της εργασίας

Μιχάλης Β. Μήττας Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, Υπ. ΔΝ Μέλος ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

 

Όσο το πολιτικό φαινόμενο του «rally around the flag» ωθεί και την ελληνική κυβέρνηση (όπως όλες τις ευρωπαϊκές) σε δημοσκοπικά ποσοστά άνω το 50%, η αξιωματική αντιπολίτευση οχυρώνεται πίσω από την στρατηγική του «θα λογαριαστούμε μετά». Πράγματι βέβαια, οποιαδήποτε αξιολόγηση του τρόπου αντιμετώπισης της πανδημίας από την ελληνική κυβέρνηση τώρα είναι πρόωρη, διότι δεν μπορεί να λάβει υπόψη μεσοπρόθεσμες συνέπειες (πχ σημαντική έξαρση αργότερα λόγω της απουσίας εκτεταμένης ανοσίας ή αντίθετα πλήρης εξάλειψη λόγω εύρεσης θεραπείας κλπ) αλλά ούτε έχουμε στην διάθεσή μας επαρκή στοιχεία (τελικό σύνολο κρουσμάτων και νεκρών σε σχέση με άλλα κράτη κλπ). Άλλωστε, ακόμα και οι ίδιοι οι ειδικοί, παρατηρώντας τις περίφημες «καμπύλες», βρίσκονται εν πολλοίς στο «σκοτάδι» για την μεσοπρόθεσμη εξέλιξη της πανδημίας. Αν λοιπόν δεν ανήκει κανείς στην κατηγορία του ειδικού επιστήμονα ή στην, εκ δια μέτρου αντίθετη, του (έμμισθου ίσως) κομματικού τρολ, δεν μπορεί σήμερα ούτε να πανηγυρίσει ούτε να ασκήσει σοβαρή κριτική στα «υγειονομικά» μέτρα που λαμβάνονται. Μπορεί μόνο να περιμένει και να ελπίζει.

Αντίθετα, για όλα τα υπόλοιπα πεδία, πέραν του «στενού» υγειονομικού, η κριτική δεν είναι απλώς πρόσφορη. Είναι απολύτως αναγκαία. Τόσο διότι πιθανόν να σπαταλούνται οι, ούτως ή άλλως περιορισμένοι, πόροι, όσο και γιατί οι σημερινές οικονομικές αποφάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν την διασωθείσα από τον ιό κοινωνία, σε οικονομικό θάνατο. Και εδώ η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται τουλάχιστον έκθετη. Από την έναρξη της κρίσης του COVID – 19, ελήφθησαν ταχείες και δαπανηρές αποφάσεις, που όμως προκαλούν ερωτηματικά: σημαντικά ποσά δόθηκαν υπέρ τηλεοπτικών σταθμών, είτε ως «διαφημιστική δαπάνη» είτε ως αναστολή υποχρεώσεων προς το Δημόσιο, οι έκτακτες προμήθειες υγειονομικού εξοπλισμού και οι προσλήψεις μονίμων γίνονται κατά παρέκκλιση των διατάξεων διαφάνειας (δημόσιοι διαγωνισμοί), η αποζημίωση επίταξης ιδιωτικών κλινικών αυξήθηκε σημαντικά, επιχειρήθηκε η καταβολή τεράστιων ποσών σε αμφίβολης ποιότητας ΚΕΚ. Αντίστροφα, στο πεδίο προστασίας των εργαζομένων και αυτοαπασχολούμενων, οι αποφάσεις δεν ήταν το ίδιο δραστικές. Μάλιστα, οι συνολικές ρυθμίσεις, ειδικά στο εργατικό δίκαιο, έχουν κενά, που μόνο τυχαία δεν μοιάζουν:

Πρώτον, σε μια αγορά εργασίας στηριγμένη στην επισφάλεια, η έκτακτη ρύθμιση περί απαγόρευσης απολύσεων (α. 11 παρ. 1 ΠΝΠ 20/3/20), σε σημαντικό βαθμό καθίσταται κενή περιεχομένου. Περαιτέρω, η παράταση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ισχύει μόνο εφόσον ο εργοδότης επιλέξει την αναστολή τους και όχι αν λήξουν λόγω παρέλευσης της διάρκειάς τους εν μέσω της πανδημίας. Σημειωτέον, ότι πολλές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μικρής διάρκειας (ακόμα και μηνιαίες) ή ακόμα και άλλων μορφών (πχ έργου – «μπλοκάκια» κλπ), έχουν συχνά εικονικό χαρακτήρα που επικαλύπτει εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τελικά οι εργαζόμενοι δεν θα λάβουν ούτε μισθό ούτε το επίδομα των 800 ευρώ, με μόνη διέξοδο την δικαστική διεκδίκηση τον απαιτήσεών τους.

Δεύτερον, πολλές επιχειρήσεις που δεν είναι ούτε πληττόμενες βάσει ΚΑΔ ούτε έκλεισαν με κρατική εντολή, θα αναστείλουν την λειτουργία τους «οικειοθελώς». Αν και νομικά δεν υφίσταται δικαίωμα του εργοδότη να «αναστείλει» τις συμβάσεις εργασίας, πέραν των εκτάκτων ρυθμίσεων που αναφέρθηκαν, είναι ιδιαίτερα πιθανό πολλοί να το πράξουν de facto (μη καταβολή μισθού). Ασφαλώς, οι εργατικές απαιτήσεις θα συνεχίσουν να υφίστανται σε βάρος του εργοδότη. Ωστόσο, και εδώ οι εργαζόμενοι θα μείνουν εντελώς απροστάτευτοι κατά το κρίσιμο διάστημα, με μόνη διέξοδο την δικαστική διεκδίκηση. 

Τρίτον, η δυνατότητα μετατροπής συμβάσεων εργασίας, μονομερώς από τον εργοδότη. Αν και αυτό αποτελεί «όπλο» πάντα διαθέσιμο στους εργοδότες, υπόκειται σε δικαστική κρίση τυχόν καταχρηστικότητά του ή ακόμα και αναγνώρισή του ως κατ’ ουσίαν απόλυση («τροποποιητική καταγγελία»). Υπό τις τρέχουσες υφεσιακές συνθήκες όμως, αναμενόμενη είναι η εκτεταμένη χρήση και ιδιαίτερα πιθανή η αποδοχή του από τα δικαστήρια. Αντί όμως η Κυβέρνηση να στοχεύσει στον περιορισμό της δυνατότητας αυτής, επέλεξε την κανονικοποίησή της. Με το α. 9 της από 20-3-2020 ΠΝΠ παρέχεται η δυνατότητα στους εργοδότες να εφαρμόσουν πρόγραμμα εκ περιτροπής απασχόλησης στις επιχειρήσεις τους, περιορίζοντας τις ώρες απασχόλησης (και αντίστοιχα τον μισθό) των εργαζομένων έως 50% και για διάστημα έως 6 μήνες. Η ρύθμιση θα έχει σαν τελικό αποτέλεσμα, ενόψει σημαντικής ύφεσης, την εκ των πραγμάτων μείωση των μισθών. 

Τέταρτον, οι ρυθμίσεις για το επίδομα των 400 ευρώ των «μακροχρόνια άνεργων» περιλαμβάνουν σειρά προϋποθέσεων. Μεταξύ τους, ο δικαιούχος να ελάμβανε κάποτε επίδομα μακροχρόνια ανέργου, το οποίο διεκόπη λόγω συμπλήρωσης του χρόνου και να έχει υπερβεί το διάστημα 12 μηνών ανεργίας μεταξύ 1/4/19 και 16/4/20. Οι προϋποθέσεις αυτές αφήνουν εκτός ενίσχυσης τουλάχιστον τα 2/3 των ανέργων. Μεταξύ τους το σύνολο των άνεργων ελεύθερων επαγγελματιών που εκ του νόμου δεν ελάμβαναν επίδομα ανεργίας. 

Πέμπτον, πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες τελικά εξαιρέθηκαν από τις ενισχύσεις των 800 ευρώ. Ιδιαίτερα, οι «επιστημονικοί κλάδοι» τελικά θα λάβουν, χωρίς σαφή αιτιολογία, μόνο 600 ευρώ για διάστημα 2 μηνών χωρίς λειτουργία. Σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι για την καταβολή των 800 (ή 600) ευρώ, δεν προβλέφθηκαν εισοδηματικά κριτήρια.

Όλα όσα αναφέρθηκαν είναι μερικά παραδείγματα ενός οικονομικού σχεδιασμού που τελικά και υφεσιακός καταλήγει, οδηγώντας σε περαιτέρω εξάντληση τα ήδη περιορισμένα εισοδήματα της πλειοψηφίας, και περισσότερες αδικίες γεννά απ’ όσες στοχεύει να αντιμετωπίσει. Μάλιστα, την διόρθωση των αδικιών αυτών δεν είναι εφικτό να επιδιώξουν οι θιγόμενοι ούτε δικαστικά σε άμεσο χρόνο, καθώς τα δικαστήρια θα είναι κλειστά πιθανότατα έως τον Ιούνιο. Εκτός βέβαια από τις διαδικασίες προσημείωσης υποθήκης και συντηρητικής κατάσχεσης, που εξυπηρετούν πρωτίστως τις τράπεζες και επέλεξε η Κυβέρνηση να ανοίξει πρόωρα. Όσο σαφείς λοιπόν είναι οι προτεραιότητες της Κυβέρνησης, το ίδιο σαφής πρέπει να είναι και η κριτική. Και όχι «μετά», τώρα.