Μελέτη Πανεπιστημίου Θεσσαλίας: «Για πρώτη φορά μια πανδημία πέρασε στον αναπτυγμένο κόσμο και μας σόκαρε»

Θα ξεπεράσουν το μισό εκατομμύριο οι θάνατοι από τον Covid-19 το α’ εξάμηνο του 2020, ξεπερνώντας αυτούς που καταγράφονται σε μια υψηλή σχετικά χρονιά εποχικής γρίπης, η οποία προκαλεί ετησίως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, από 290.000 έως 650.000 θανάτους παγκοσμίως. Ο καθηγητής δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Βύρων Κοτζαμάνης μελέτησε τη θνησιμότητα από τον ιό στη χώρα μας και σε άλλες 43 αναπτυγμένες -μη ασιατικές- χώρες, ανάμεσα στις οποίες καταγράφονται πολύ σημαντικές διαφοροποιήσεις (από 850 έως 4 θάνατοι ανά εκατομμύριο κατοίκων), εξάγοντας τα εξής συμπεράσματα:

  1.  «Για πρώτη φορά, στους σύγχρονους καιρούς, μια πανδημία πέρασε από τον λιγότερο ανεπτυγμένο στον περισσότερο αναπτυγμένο κόσμο και μας σόκαρε, για πρώτη φορά μας έθιξε» λέει ο κ. Κοτζαμάνης.
  2. «H περιορισμένη ένταση της εισβολής και της διάχυσης του ιού και κατ’ επέκταση και της θνησιμότητας από αυτόν, στη μεγάλη πλειονότητα των εξεταζόμενων χωρών, οφείλεται κυρίως στην περιορισμένη ‘εξωστρέφειά’ τους. Για μερικές από τις πιο ‘εξωστρεφείς’ λόγω του τουρισμού, χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Μάλτα, ο χρόνος ήταν εξαιρετικά ευνοϊκός καθώς η εισβολή του ιού δεν συνέπεσε με την υψηλή τουριστική τους περίοδο (Ιούνιος -Σεπτέμβριος κάθε έτους)».

 

Στην Ελλάδα «ο Φεβρουάριος και ο Μάρτιος χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλές ροές ατόμων από και προς άλλες χώρες και από χαμηλή κινητικότητα στο εσωτερικό της. Οι πυκνότητες στους χώρους εργασίας είναι σχετικά χαμηλές λόγω της πληθώρας των μικρών και μεσαίων μονάδων και του υψηλού ποσοστού των ελευθέρων επαγγελματιών (το υψηλότερο στην Ευρώπη)». Ο πυκνότητες κατοικίας -με εξαίρεση το κέντρο της Αθήνας- είναι επίσης σχετικά χαμηλές. Η χώρα μας είναι μεν από τις πλέον γερασμένες ευρωπαϊκές χώρες (15 σχεδόν στους 100 κατοίκους της είναι 70 ετών και άνω), όμως το ποσοστό των 80+ που διαβιώνουν σε ιδρύματα είναι εξαιρετικά χαμηλό (2% της ηλικιακής ομάδας) σε αντίθεση π.χ. με τη Γαλλία, όπου 30 στα 100 άτομα 85 ετών και άνω ζει σε οίκους ευγηρίας. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, «η συχνότητα των διαγενεακών-διαπροσωπικών επαφών είναι έντονη και η παράμετρος αυτή ήταν η μόνη που θα μπορούσε να ενισχύσει τη διάδοση» αναφέρει ο κ. Κοτζαμάνης στη μελέτη του.

  1.  Η χώρα μας έλαβε έγκαιρα μέτρα παίρνοντας υπόψη το δοκιμασμένο από μια δεκαετία κρίσης δημόσιο σύστημα υγείας αλλά και την εμπειρία των χωρών όπου ιός εισέβαλε νωρίτερα και διαχύθηκε ταχύτατα. Τα μέτρα αυτά περιόρισαν τη θνησιμότητα, επιτρέποντας ταυτόχρονα, «όχι μόνον στη χώρα μας, αλλά και σε άλλες χώρες, όπως η Κύπρος, η Μάλτα και η Κροατία, να προβάλλονται ως ασφαλείς προορισμοί θερινών διακοπών για το 2020. Η παράμετρος αυτή δύναται να ερμηνεύσει μερικώς και τη σημαντική καθυστέρηση στην άρση των ληφθέντων μέτρων στις χώρες αυτές σε σύγκριση με άλλες χώρες στις οποίες η θνησιμότητα από τον COVID-19 ήταν έως και 50 φορές υψηλότερη. Φυσικά, οι ‘ασφαλείς’ σήμερα χώρες, ανοίγοντας τα σύνορά τους στους προερχόμενους από τις ‘λιγότερο ασφαλείς’ τουριστικές χώρες κινδυνεύουν, αν δεν προσέξουν, να μετατραπούν σύντομα, παρόλα τα μέτρα που πήραν μέχρι στιγμής, σε χώρες σχετικά υψηλής νοσηρότητας και θνησιμότητας» σημειώνει ο κ. Κοτζαμάνης.

Ο κ. Κοτζαμάνης ιεράρχησε τις 44 χώρες (εκτός Ασίας και Λατινικής Αμερικής) με βάση τη θνησιμότητα από τον COVID-19 σε 4 μεγάλες ομάδες:

  • Η πρώτη ομάδα που χαρακτηρίζεται από υψηλή θνησιμότητα (>350 θάνατοι/1.000.000 κατοίκους) περιλαμβάνει 8 ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Ην. Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία, Ιρλανδία) και τις ΗΠΑ. Στην ομάδα αυτή, οι θάνατοι από τον κορωνοïό έως 24-6-2020 αποτελούν το 4-9% του συνόλου των θανάτων το 2018.
  • Η δεύτερη ομάδα (σχετικά υψηλή θνησιμότητα, 100-230 θάνατοι/1.000.000 κατοίκους) περιλαμβάνει 7 ευρωπαϊκές χώρες (Ελβετία, Λουξαμβούργο, Πορτογαλία, Μολδαβία, Βόρεια Μακεδονία, Γερμανία, Δανία) και τον Καναδά. Στις χώρες αυτές, οι θάνατοι από τον κορωνοïό αντιστοιχούν μόλις στο 1-3% του συνόλου των θανάτων του 2018.
  • Η τρίτη ομάδα (8 ευρωπαϊκές χώρες, Ρουμανία, Αυστρία, Φινλανδία, Ουγγαρία, Σλοβενία, Εσθονία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη) χαρακτηρίζεται από χαμηλή θνησιμότητα (50-80 θάνατοι/1.000.000 κατοίκους). Οι θάνατοι αυτοί αντιστοιχούν στο 0,4–0,6% των θανάτων που καταγράφηκαν το 2018.
  • Οι 19 χώρες της τελευταίας ομάδας, στην οποία εντάσσεται και η Ελλάδα, έχουν μηδενική σχεδόν θνησιμότητα (4-50 θάνατοι/ 1.000.000 κατοίκους) και αποτελούν το 0,1 έως 0,6% των θανάτων του 2018.

Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη η τρέχουσα πανδημία ανέδειξε, μεταξύ άλλων, την έλλειψη συντονισμένης αντίδρασης σε επίπεδο Ε.Ε., τον σημαντικό ρόλο του κράτους, τις ελλείψεις των συστημάτων υγείας, τη διάχυση ενός, ορισμένες φορές, υπέρμετρου φόβου, ενώ έφερε και αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις.

πηγή: https://www.kathimerini.gr/