“Πόσο μάλλον Κυριακή 5 Ιουλίου.”

Άρθρο γνώμης του Οδυσσέα Λομβαρδέα

Απευθυνόμενος, κάποτε, ο Αντώνης Σαμαράς στον Αλέξη Τσίπρα του είπε: «Είστε το ατύχημα που δεν έπρεπε να συμβεί στη χώρα, αλλά δυστυχώς συνέβη». Ως ένθερμος τότε πολέμιος του ΣΥΡΙΖΑ και όλων όσων εκπροσωπούσε, είχα βρει τη φράση απολύτως πετυχημένη. Θεωρούσα, όπως και αρκετοί άλλοι, πως ο ελληνικός λαός εξαπατήθηκε, πως ένα τσούρμο επιτήδειοι υφάρπαξαν την ψήφο του και πως οδηγούμασταν στον γκρεμό, εν αγνοία μας. Μιας και η συζήτηση περί των λατινικών είναι επίκαιρη: mea culpa! Κανένα ατύχημα δε συνέβη. Ήταν πλήρως συνειδητές οι κινήσεις του ελληνικού λαού. Το 2015 ως έφηβοι, είπαμε να κάνουμε τις εθνικές μας φαντασιώσεις, ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Και τις κάναμε.

Όταν το 2010 η κρίση πήρε από το ένα χέρι τη χρεοκοπία κι από το άλλο την καταστροφή και αποφάσισαν να μας έρθουν επίσκεψη, εμείς κατεβάσαμε το διακόπτη για να μην ακούσουμε τον ήχο απ’ το κουδούνι. Κι όταν μας χτύπησαν επιτακτικά την πόρτα, αντί να βγούμε και να τις αντιμετωπίσουμε στα ίσα, φωνάζαμε πίσω από την πόρτα, σαν το γνωστό ανέκδοτο, «Φύγετε, δεν είναι κανείς εδώ!».

Το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν πίστεψε ότι ο δρόμος που ακολουθεί ως κυβέρνηση ήταν ο μόνος δυνατός. Εφάρμοζε μια πολιτική και ταυτοχρόνως την αποδομούσε. Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη, έπαιζε το «κρυφτούλι». Ναι μεν η χώρα έχει ανάγκη από μέτρα, αλλά όχι από τα δικά σας, εμείς ξέρουμε καλύτερα. Έτσι, όταν τα 2 αυτά μεγάλα κόμματα κλήθηκαν -εξ ανάγκης- να κάνουν αυτό που έκαναν όλα τα αστικά κόμματα σε χώρες με κρίση, να συνεργαστούν, η προσπάθεια (παρότι σοβαρή και εν πολλοίς πετυχημένη) καταδικάστηκε ως γελοία.

Κι όταν στους δύο υπάρχει ρήγμα, όλο και κάποιος τρίτος μπορεί να …τρουπώσει.

Ο ιστορικός του μέλλοντος, θα ρίξει πολύ γέλιο όταν δει και ακούσει τι ρεπερτόριο είχε τότε ο δημόσιος διάλογος στη χώρα. Τα ΜΜΕ, που καθυβρίζονται συλλήβδην ως «καθεστωτικά», τότε έπαιξαν μια χαρά το παιχνίδι των πάσης φύσεως ακραίων. Καθημερινώς, βρίσκαν φιλόξενη στέγη, σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης, για να αναλύσουν το παγκόσμιο σχέδιο καθυπόταξης του ελληνικού λαού και να εξηγήσουν πώς γίνεται η καλλιέργεια του …λεφτόδεντρου. Από την άλλη, όποιος υποστήριζε την αναγκαιότητα των μέτρων τσιμπούσε από κάνα γλυκόλογο (βλ. «προδότης», «Γερμανοτσολιάς» κα) μέχρι κάνα γιαουρτάκι (όταν δεν παραλάμβανε καμία γροθιά ή καμία μολότοφ). Είναι να αναρωτιέσαι, άραγε πού κρυβόταν τόσο δηλητήριο;

Κι έτσι φτάσαμε στο 2015. Ο κόσμος πια είχε πειστεί, μιας και απέναντι στο Μνημόνιο δεν ήταν μόνο μερικοί περιθωριακοί. Από καθηγητές στα σχολεία, ευσχήμονες ακαδημαϊκούς, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και «αναλυτές», άκουγες ένα πράγμα: δεν πάει άλλο! Πώς μπορείς να κατηγορήσεις έναν λαό που είδε το εθνικό του εισόδημα να συρρικνώνεται κατά 25% για το ότι είπε να κάνει μια άλλη επιλογή;

Θα μπορούσαμε να μιλάμε για ώρες για την διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου. Άλλωστε πέρασαν πέντε χρόνια κι ακόμα μετράμε τις ζημιές της. Ας σταθούμε στο δημοψήφισμα. Ίσως και καλώς να έγινε. Ήταν τέτοιο το κύμα της αγανάκτησης που η ψήφος του Ιανουαρίου δεν ήταν αρκετή για να εκτονωθούμε. Γιατί αυτό ήταν, μια εθνική εκτόνωση. Ως διαπραγματευτικό χαρτί δεν είχε καμία αξία. Για να παραφράσω, ελαφρώς, τον Ευάγγελο Βενιζέλο, τους απειλήσαμε με αυτοκτονία, βάλαμε το πιστόλι στον κρόταφο και περιμέναμε ότι, από το φόβο τους μήπως πιτσιλιστούν από τα αίματα, θα σπεύσουν να μας βοηθήσουν.

Το ΟΧΙ είχε κεντρικό πρόσωπο τον Τσίπρα που χωρίς καμία αμφιβολία εκείνο το βράδυ συνέτριψε το παλιό πολιτικό προσωπικό, αλλά είχε ετερόκλητο ακροατήριο: ρομαντικοί που θέλανε να αλλάξουν την ΕΕ, θυμωμένοι, εθνικολαϊκιστές, ακροδεξιοί και ακροαριστεροί που από κοινού θέλαν ένα Grexit.

Το ΝΑΙ ήταν απρόσωπο, αλλά είχε πολύ μεγαλύτερη συνοχή: όλοι όσοι είτε από ιδεολογία είτε από φόβο θέλαν να μείνουμε στο Ευρώ με κάθε κόστος.

Παρά τα εκλογικά δεδομένα φαίνεται πως στο τέλος κέρδισαν οι δεύτεροι. Μείναμε στην Ευρώπη με πολύ μεγάλο κόστος. Ευτυχώς, γιατί ας φανταστούμε πως θα αντιμετωπίζαμε προκλήσεις όπως η κλιματική αλλαγή, η μεταναστευτική κρίση κι η πανδημία COVID-19, χωρίς την προστατευτική ομπρέλα της Ευρώπης. Κι αυτό το «σκληρά» φιλοευρωπαϊκό 40% βρήκε με χρονική καθυστέρηση μια ενιαία πολιτική έκφραση, όπως είχε εκτιμήσει ο τότε βουλευτής και σημερινός πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Αυτή ήταν, προφανώς, η δεξαμενή που του έδωσε την αυτοδυναμία, το 2019.

Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, τίποτε δεν είναι όπως τότε. Οι μαγικές λύσεις δοκιμάστηκαν και με λίγη τύχη η (διεθνώς αναγνωρισμένη πλέον) kolotoumba μας, κατέληξε στα μαλακά. Κι ο κόσμος ξέρει (ή θα έπρεπε να ξέρει) ότι τη δεύτερη φορά μπορεί να μην έχουμε την τύχη με το μέρος μας. Γιατί όπως λέει κι ό λαός μας: «δεν είναι κάθε μέρα Κυριακή».

Πόσο μάλλον Κυριακή 5 Ιουλίου.