Συμφωνία για οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο: Εκτιμήσεις και Αξιολόγηση

Υπογράφουν οι νεαροί κ.κ. φοιτητές Νομικής Ε.Κ.Π.Α. και Νομικής Α.Π.Θ. αντίστοιχα:

Νέλλη Τσώρη και Πασχάλης Ιωαννίδης

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, χαμογελάει

Αίσθηση αλλά και διαρκώς εξελισσόμενες διπλωματικές και γεωστρατηγικές εξελίξεις έχει δημιουργήσει η υπογραφή της διμερούς συμβατικής πράξης μερικής οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου, καθώς η Χώρα μας προχώρησε ένα ακόμη στάδιο στη διαδικασία της ενασκήσεως όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων που αφορούν στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στις οποίες έχει δικαιοδοσία. Παράλληλα, το πολυδαίδαλο πλέγμα συμμαχιών και αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων και επιδιώξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, το οποίο προφανώς και επηρεάζεται από αυτήν την συμφωνία, δημιουργεί πραγματική χιονοστιβάδα εξελίξεων στην περιοχή. Ας προσπαθήσουμε ,λοιπόν, να προβούμε σε μια σύντομη θεώρηση της γεωπολιτικής πραγματικότητας γύρω από την υπογραφή της συμφωνίας αυτής, του αντικτύπου που αυτή προκάλεσε στο διπλωματικό γίγνεσθαι της περιοχής μας ,αλλά και σε μια αξιολόγηση της συμφωνίας υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου, ώστε και ο αναγνώστης να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα για το τι συνέβη, αλλά και για το τι μέλλει γενέσθαι.

Ακολουθώντας την πρόσφατη συμφωνία για οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία, η Ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία υπεγράφη στο Κάιρο, στις 6 Αυγούστου από τους ΥΠΕΞ των δύο χωρών, Νίκο Δένδια και Sameh Shoukry, μετά την επίσκεψη κλιμακίου του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών υπό τον Υπουργό στην πληγείσα από καταστροφική έκρηξη Βηρυτό. Μολονότι εκ πρώτης όψεως ανακοίνωση της οριοθέτησης έμοιασε με «κεραυνό εν αιθρία», μια προσεκτικότερη εξέταση του διπλωματικού παρασκηνίου αποδεικνύει πως η εν λόγω συμφωνία αποτελεί απότοκο μιας ιδιαίτερα χρονοβόρου και δύσκολης, ιδίως για την ελληνική πλευρά, διαπραγματευτικής διεργασίας. Το ζήτημα της αναγκαιότητας οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο ήρθε έντονα στο προσκήνιο μετά την υπογραφή της Ελληνοϊταλικής συμφωνίας της 9/6 περί οριοθέτησης ΑΟΖ, και εξ’ αρχής κατέστη σαφές πως η υπογραφή παραπλήσιας συμφωνίας με την Αίγυπτο δεν θα επερχόταν με την ίδια ευκολία. Στις 18/6 , σε συνάντηση του Νίκου Δένδια  με τον Αιγύπτιο Πρόεδρο Abdel Fattah el-Sisi καθώς και τον ομόλογό του, τέθηκε μεταξύ άλλων επί τάπητος το ζήτημα της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών∙ η συνάντηση αυτή αποτέλεσε την αφετηρία διμερών διαπραγματεύσεων που επέφεραν την εν λόγω συμφωνία. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για την ελληνική πλευρά τόσο εξ’ αιτίας της ανάγκης για την ταχύτατη οριοθέτηση ΑΟΖ στην καλυπτόμενη από το αντίθετο με τις προβλέψεις της UNCLOS και του Δικαίου της Θάλασσας Τουρκολιβυκό μνημόνιο Συνεννόησης περιοχή, ενόψει μάλιστα και της εξαγγελίας, από πλευράς Τουρκίας, ερευνών στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα, όσο και εξαιτίας των παγίων αιγυπτιακών αιτημάτων για συνεκμετάλλευση στην περιοχή και των αμφισβητήσεων από το Κάιρο της πλήρους επήρειας του Καστελόριζου ως προς τον υπολογισμό της εκτάσεως της ΑΟΖ. Ωστόσο η συμφωνία επετεύχθη διευθετώντας ένα πρόβλημα που, εξαιτίας της ολιγωρίας των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων, χρόνιζε για δεκαετίες. Αλλά η μεγάλη σημασία της συμφωνίας αυτής έγκειται στο ότι ,αφενός μεν, de facto ακύρωσε το τουρκολιβυκό Μνημόνιο δια της επικαλύψεως της δεσμευόμενης από αυτό περιοχής με μια σύμφωνη με το Δίκαιο της Θάλασσας και μεθοδολογικά ορθή σύμβαση , και ,αφετέρου, επιβεβαίωσε τη ζωτικής σημασίας για τα Ελληνικά συμφέροντα συμμαχία μας με τη Χώρα του Νείλου.

Μολονότι πρόκειται για διμερή, από νομικής απόψεως, συμβατική πράξη, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στο διπλωματικό «ωστικό κύμα» που δημιούργησε η υπογραφή της εν λόγω συνθήκης τόσο σε επίπεδο Ανατολικής Μεσογείου, όσο και στην διεθνή πολιτική πραγματικότητα εν γένει. Κύριος χαμένος της υπόθεσης είναι η Άγκυρα, πράγμα που καθίσταται πασιφανές από τη λυσσαλέα της αντίδραση. Βλέποντας το Μνημόνιο που υπέγραψε με τη διοίκηση της Τρίπολης του Fayez al-Sarraj να καθίσταται «κενό γράμμα» αλλά και το Ελληνοαιγυπτιακό τείχος να ανακόπτει τις Νέο-Οθωμανικές του ονειρώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Νέο-Σουλτάνος ξαναστέλνει, στον απόηχο της πρώτης του υποχώρησης, στο ωκεανογραφικό Oruc Reis, συνοδεία πολεμικών, εντός της Ελληνικής Υφαλοκρηπίδας. Πρόθεση των επικίνδυνων για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή πράξεων της Άγκυρας είναι, είτε η απεμπόληση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδος, που θα επέλθει εάν η Αθήνα αδρανήσει (πράγμα απ ’ότι φαίνεται απίθανο), είτε η πρόκληση ενός θερμού επεισοδίου που θα σύρει, όπως νομίζουν, την Ελλάδα σε ένα δυσμενές γι’ αυτήν τραπέζι διαπραγματεύσεων. Προς στιγμήν, η Ελληνική Πολιτική και Στρατιωτική Ηγεσία παρακολουθεί με ψυχραιμία και ετοιμότητα να πράξει όσα επιτάσσει το Καθήκον και η Ιστορία μας. Ενδιαφέρουσα, όμως, είναι και η στάση της Λιβύης. Από τη μια η διοίκηση της Τρίπολης (όρος που χρησιμοποιείται πλέον ανοικτά από το ελληνικό ΥΠΕΞ και φανερώνει την δυσπιστία της Αθήνας ως προς το εάν θεωρεί την κυβέρνηση Sarraj ως τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας), δρώντας πασιφανώς υπό τουρκική επιρροή , κατέκρινε τη συμφωνία. Από την άλλη το Λιβυκό Κοινοβούλιο , το μόνο άμεσα εκλεγμένο όργανο της Λιβύης , όχι μόνο χαιρέτησε την οριοθέτηση με  την Αίγυπτο αλλά παρότρυνε και την έναρξη των διεργασιών για υπογραφή παρόμοιας Ελληνολιβυκής συμφωνίας. Καθίσταται, λοιπόν, έτι σαφέστερη η πολιτική διάσπαση της Λιβύης και η επισφάλεια ως προς τη δυνατότητα του Sarraj να διαπραγματεύεται εξ’ ονόματος της χώρας.

Αναφορικά με τη στάση των «Μεγάλων Δυνάμεων», αυτή είναι μάλλον χλιαρή. Το State Department εξέδωσε μια ανακοίνωση καταδίκης των τουρκικών εκνόμων ενεργειών, κατά τα συνήθη πρότυπα, χωρίς όμως οι ΗΠΑ να προβούν σε οποιαδήποτε υλική πράξη επί του ζητήματος. Η Γαλλία προέβη σε μια μειωμένης έντασης ,εν συγκρίσει με αυτήν της πρώτης «εξόδου» του Oruc Reis, αντίδραση, προφανώς στον απόηχο του ναυαγίου του Ελληνογαλλικού εξοπλιστικού σχεδίου των φρεγατών Bellara, ενώ ο Γερμανικός παράγων παρακολουθεί σχεδόν παθητικά. Το ΝΑΤΟ επιβεβαίωσε, δια στόματος του Γενικού Γραμματέα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, την παραδοσιακή του στάση των ίσων αποστάσεων στα ελληνοτουρκικά, στάση που ωστόσο καθίσταται κάθε μέρα όλο και πιο αφελής, δεδομένου του γεγονότος πως ένα και μόνο κράτος μέλος δεν κάνει εδώ και χρόνια τίποτα άλλο από το να φθείρει το νότιο υπογάστριο του αμυντικού μηχανισμού της Συμμαχίας. Η ΕΕ, τέλος, εξέδωσε και αυτή χλιαρές ανακοινώσεις, στάση που αποτελεί τροχοπέδη για το όραμα της πολιτικής ενοποίησης που περήφανα διατρανώνει∙ μετά το πρώτο crush test της αμοιβαιοποίησης του χρέους που επιτυχώς πέρασε, η Ηνωμένη Ευρώπη καλείται να λύσει ένα ακόμη υπαρξιακό ζήτημα , αυτό της δημιουργίας ενιαίου μετώπου στην εξωτερική πολιτική, εάν επιθυμεί να επιβιώσει. Το πράγμα αυτό αντιλήφθηκε, προς τιμήν του, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, ο οποίος και εξέδωσε ηχηρή ανακοίνωση εναντίον των τουρκικών θέσεων. Εν πάση περιπτώσει η κατάσταση είναι εν εξελίξει και ιδιαίτερα ρευστή, καθώς οι εξελίξεις των επόμενων ωρών θα είναι ραγδαίες για το γεωπολιτικό γίγνεσθαι…

Εξετάζοντας τη νομική σημασία της συμφωνίας, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος ν’ αντισταθεί στον πειρασμό της αντιπαραβολής αυτής με το Μemorandum of Understanding που υπεγράφη στα τέλη του 2019 ανάμεσα στον Recep Tayyip Erdoğan και τον Fayez al-Sarraj. Η αλληλοεπικάλυψη των δύο συμφώνων υπογραμμίζει το γεγονός της σύγκρουσης, την ανάγκη νομικής σύγκρισης και, εν τέλει, επικράτησης του ενός. Ακόμη, λοιπόν, κι αν τα τέσσερα κράτη που μετέχουν ανά δύο χιαστί σ’ αυτές τις συμφωνίες οριοθέτησης επιλέγουν ν’ αγνοούν επιδεικτικά και βολικά την ασύμφορη για αυτά,  στο παρόν κείμενο δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο.

Αρχικά, λόγω της φύσης του ζητήματος -και αφήνοντας στην άκρη το θέμα της εγκυρότητας της ιδιότητας του Sarraj ως διεθνούς παραστάτη του λιβυκού κράτους- καλό θα ήταν να εξεταστεί ποια κράτη «νομιμοποιούνται» -ας μας επιτραπεί η έκφραση- γεωγραφικά να οριοθετήσουν την συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή ως φορείς κυριαρχικών δικαιωμάτων. Δεν χρειάζεται να κοιτάζει κάποιος για ώρες έναν, οποιονδήποτε χάρτη της ανατολικής Μεσογείου για να συνειδητοποιήσει πως όσον αφορά στα νερά που χωρίζουν την Κρήτη από την Λιβύη και την Αίγυπτο δύσκολα μάλλον θα έπεφτε λόγος στην Τουρκία. Κι όμως, κυρίες και κύριοι, το τουρκολιβυκό μνημόνιο έρχεται αφενός για να διαψεύσει τα μάτια μας, αφετέρου για ν’ ανατρέψει τις όποιες στοιχειώδεις γεωγραφικές μας γνώσεις. Οι αδαείς, βλέπετε, δεν κατανοούμε το επίτευγμα της τουρκικής κυβέρνησης, η οποία οριοθέτησε τα ύδατα που παρεμβάλλονται μεταξύ των τουρκικών και των λιβυκών ακτών. Μήπως, ωστόσο, παρεμβάλλεται και κάτι άλλο; Τα νησιά ενός άλλου κράτους, ας πούμε; Ελευθεριότητας χάριν, το τουρκολιβυκό μνημόνιο τα περιορίζει ασφυκτικά στην αιγιαλίτιδά τους.

Σαφώς και αντιθέτως, η συμφωνία Ελλάδας κι Αιγύπτου για οριοθέτηση ΑΟΖ δεν θίγει τα εύλογα κυριαρχικά δικαιώματα κανενός∙ οι ακτές των δύο κρατών είναι ευθέως αντικείμενες δίχως να παρεμβάλλεται ανάμεσά τους ξένο έδαφος, ενώ δεν περιορίζονται υπέρμετρα οι αξιώσεις άλλων κρατών για θαλάσσιες ζώνες. Παράλληλα, για τις υδάτινες περιοχές όπου απαιτείται -τουλάχιστον- τριμερής συμφωνία, οι κυβερνήσεις των δύο κρατών δεν προέβησαν από μόνες τους σε ρύθμιση. Έτσι, το σύμφωνο χαράσσει γραμμή που εκτείνεται από τον 26ο έως σχεδόν τον 28ο μεσημβρινό, στα μισά περίπου της Ρόδου. Επιπλέον, για την χάραξη των ορίων μεταξύ της ελληνικής και της αιγυπτιακής ΑΟΖ, με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία, σημειώθηκε μικρή παρέκκλιση από την αρχή της μέσης γραμμής, με κατά τι μείωση της επήρειας της Κρήτης και άλλων νησιών.

Οι δύο τελευταίες περίοδοι λόγου έχουν προσφέρει έδαφος για αμφισβήτηση όσων η χώρα μας αποκομίζει με την συμφωνία αυτή. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι «επί της ουσίας συμφωνήσαμε σε ό,τι ήδη συμφωνούσαμε» με την Αίγυπτο, καθώς η μερική αυτή οριοθέτηση δεν δίνει λύση στο πραγματικό σημείο διαφωνίας μας με την χώρα αυτή, ορισμένοι από τους ισχυρισμούς της οποίας δεν διαφέρουν και πολύ από τους της τουρκικής πλευράς, ενώ η συμφωνία για αναλογία 55%-45% της αιγυπτιακής και της ελληνικής ΑΟΖ αντίστοιχα αποτελεί «κακό προηγούμενο» αναγνωρίζοντας στα νησιά μας μειωμένη επήρεια -θέση που υποστηρίζεται και για το ζήτημα των Οθωνών στην ελληνοϊταλική συμφωνία. Οι απαντήσεις στις ως άνω ενστάσεις ποικίλλουν, όμως ίσως μπορούμε να σταθούμε στις εξής. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι η απουσία ουσιαστικής διαφωνίας μεταξύ κρατών ως προς ορισμένα ζητήματα δεν ταυτίζεται πάντοτε ως προς τα αποτελέσματά της με την αποτύπωση ρητής συμφωνίας, ενώ η στιγμή της υπογραφής έχει ιδιαίτερη σημασία εν όψει ιδίως της προηγηθείσας τουρκολιβυκής πρόκλησης. Από την άλλη, το επιχείρημα περί «προηγουμένου», μολονότι ισχυρό primā facie, δεν θα έπρεπε να μας απασχολήσει τόσο, με δεδομένο ότι η υπογραφή συμφωνίας με κάποιο κράτος δεν παράγει κανενός είδους «δεδικασμένο» για αντίστοιχες συμφωνίες με άλλα κράτη, ενώ απορρέει από την ίδια την έννοια του κυρίαρχου κράτους η δυνατότητα αυτού να συνάπτει συμφωνίες κατά το δοκούν και κατά τις περιστάσεις, εφόσον βέβαια δεν προσκρούει στο διεθνές δίκαιο.  Η επίκληση, συνεπώς, της ελληνοϊταλικής και της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας από την Τουρκία σε μελλοντική διαπραγμάτευση ή αντιδικία με την χώρα μας μάλλον δεν θα αποτελέσει σοβαρό έρεισμα των διεκδικήσεων της πρώτης.

Καταληκτικά, αν μπορεί να εξαχθεί κάποιο ασφαλές συμπέρασμα για τα πρόσφατα βήματα του ελληνικού κράτους αναφορικά με τις οριοθετήσεις, αυτό είναι το ακόλουθο∙ φαίνεται πως αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε στην πράξη πως τα δικαιώματα που το διεθνές δίκαιο μας αναγνωρίζει δεν έχουν μόνο την έκφανση της «ασυλίας», μα κι εκείνη της «εξουσίας» (αν μπορούμε να κάνουμε καταχρηστικά μίαν επίκληση της θεωρίας του Hohfeld). Έτσι, το κράτος μας παύει ν’ αντιμετωπίζει το διεθνές δίκαιο ως μονάχα μίαν ασπίδα, αλλά ως εργαλείο, με τις δυνατότητες του οποίου αναπτύσσει τη δράση του στη διεθνή κοινότητα.