«Bella ciao» για την Ιταλική Αριστερά.

Άρθρο γνώμης της Δήμητρας Φαντίδου

Το φάντασμα της κατάρρευσης του σοσιαλισμού σε ολόκληρη την έκταση της Γηραιάς Ηπείρου φαίνεται να διευρύνεται και να αναδύεται πιο ισχυρό, μεσούσης της μεγαλύτερης –ίσως- κρίσης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος και των διεθνών συσχετισμών. Ο λόγος, λοιπόν, για τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, τους εξ αγχιστείας πολιτικούς συγγενείς τους, και τις λανθασμένες πολιτικές κινήσεις. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβέστεροι, ο λόγος έγκειται ακριβώς στην πολιτική απραξία και την αδυναμία τους να εκμεταλλευτούν την ομολογουμένως, αποτυχημένη πολιτική παρουσία της Δεξιάς, όπου και όποτε μπορούσαν. Τα παραδείγματα δείχνουν να είναι πολλά! Επιτρέψτε μου όμως, να καταπιαστώ μονάχα με ένα από αυτά: Το ιταλικό «σοσιαλιστικό» παράδοξο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, ρίχνοντας το κέντρο βάρους στην άλλοτε πρωτοπόρα Ιταλία: 4 Μαρτίου 2018, ημέρα ορόσημο για το πολιτικό μέλλον της χώρας. Για πολλούς, η μέρα αυτή φάνταζε λυτρωτική, μετά από τις πολιτικές που θυσιάστηκαν στο βωμό της οικονομικής κρίσης από την οποία δεν κατάφερε να ξεφύγει η γείτονα χώρα. Κι έπειτα από μια σειρά πολιτικών κρίσεων και αβεβαιοτήτων, οι εκλογές αυτές φαίνεται να επέσυραν μαζί τους κι επιπτώσεις θεσμικές. Οι διερευνητικές εντολές, λίγες εβδομάδες μετά την 4η Μαρτίου υπήρξαν άλλωστε υπέρ του δέοντος  καλοδεχούμενες από τον πρώτο σε ψήφους πολιτικό σχηματισμό, αλλά και την πολυσυζητημένη  «Lega» του ιταλικού βορρά -πλειοψηφούν κόμμα εντός του δεξιού συνασπισμού-.

Και το όνομα αυτού; «Κυβέρνηση αλλαγής», είπαν οι επικεφαλής του ιδιαίτερου αυτού κράματος και πολιτικοί συνδαιτυμόνες.

Αυτή άλλωστε, η αντιστρόφως ανάλογη σχέση που έχουν δημοκρατία και εξέλιξη με την ακροδεξιά και την οπισθοδρόμηση, επιβεβαιώνεται και από την ήττα του Δημοκρατικού Κόμματος και του Ματέο Ρέντσι. Η γρήγορη αυτή απίσχνανσή του σε όλα τα επίπεδα, φέρει στο προσκήνιο τις θεωρίες περί ‘απο-σοσιαλδημοκρατικοποίησης’ της Σοσιαλδημοκρατίας. Σε μια περίοδο, άλλωστε, που οι κοινωνικά -και πολιτικά- εκφραστές της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, διασπείρονται. Το πλούσιο, σαφώς, μεταπολεμικό παρελθόν της γίνεται το μήλο της έριδος για πολλούς και ετερόκλητους κομματικούς φορείς. Το παρόν της Σοσιαλδημοκρατίας, υπό την έννοια αυτή καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμο και ρευστό.

Και ιστορικά ορμώμενοι, η Ιταλία παραδοσιακά είχε ξεπεράσει εσωτερικές συγκρούσεις και αντιρρήσεις Προέδρων της Δημοκρατίας σχετικά με την τοποθέτηση προσώπων σε θέση Υπουργών. Και τώρα, τι; Λίγο η αδύναμη αντιπρόταση, λίγο η ανυπαρξία της απαιτούμενης κυβερνητικής και κατ’ επέκτασιν θεσμικής εμπειρίας του Δεξιού Συνασπισμού και πολύ περισσότερο η πηγαία και καθ’ ολοκληρίαν στοχευμένη προσπάθεια επίδειξης μιας εσαεί αντίστασης απέναντι στο σύστημα και το κατεστημένο, συνέβαλαν στη διαμόρφωση και παγίωση ενός γενικευμένου κλίματος θεσμικής αβεβαιότητας. Η παραπάνω διαπίστωση, άλλωστε επιβεβαιώνεται κι από τις σταθερές, βάσει των οποίων συγκροτήθηκε εις εκ των δύο πολιτικών εταίρων. Κανείς δε μπορεί να ξεχάσει τους εκατοντάδες χιλιάδες Ιταλούς, που κατέβασε στους δρόμους ο Γκρίλο, από το 2009 κι εντεύθεν.

Τότε, ο Ντι Μάιο, με έναν ιδιαζόντως αριστοτεχνικό επικοινωνιακό ελιγμό -χαρακτηριστικό γνώρισμα που, όσο κι αν δυσαρεστεί πολλούς εξ ημών, κατέχει επιτυχημένα εν πολλοίς ο δεξιός χώρος- τάσσεται υπέρ της εκκωφαντικής ακροδεξιάς πρότασης για παραπομπή του Προέδρου Μοταρέλλα σε δίκη. Η συμμαχία, λοιπόν, δεξιάς και άκρας δεξιάς τείνει να βομβαρδίζει την ιταλική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα με πολλά από εκείνα τα χαρακτηριστικά που φαίνεται να επιβεβαιώνουν την πανηγυρική εκείνη δήλωση της προέδρου του γαλλικού Εθνικού Μετώπου, Marine Le Pen στο Twitter το βράδυ των ιταλικών εκλογών, αναφορικά με την «Άσχημη Νύχτα» που επρόκειτο να περάσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Προσώρας, λοιπόν, η κρίση ίσως να έχει ξεπεραστεί –ή απλώς συγκαλυφθεί-. Πράγματι, λανθασμένη κρίνεται εν πολλοίς η διεξαγωγή δημοψηφίσματος από τον εκπρόσωπο του Δημοκρατικού τόξου Ματέο Ρέντσι. Και πολλοί, παράλληλα είναι εκείνοι που κάνουν λόγο για σχέση δημοκρατίας, λαϊκισμού και υπευθυνότητας ή καλύτερα, σχέση πολιτικού κόστους και πολιτικού οφέλους.

Η συνέχεια, όμως, όπως προδιαγράφεται, αγγίζει ζητήματα ιδιαζόντως ευαίσθητα, όπως τη Δημοκρατία, τη λειτουργία της, αλλά και τη λαϊκή κυριαρχία – εάν κι εφόσον μπορεί αυτή να λειτουργήσει στο πλαίσιο μιας εξ ολοκλήρου παγκοσμιοποιημένης οικονομικής τάξης πραγμάτων. Και να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό, πως Δεξιά –πολλώ δε μάλλον Ακροδεξιά- ουδεμία σχέση έχουν και είχαν ποτέ με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας και τις πρακτικές διαστάσεις της, οι οποίες ανήκουν σε άλλο πολιτικό τόξο.

Γιατί και η φύση των ανθρώπων είναι παράλληλα διττή: από τη μια πλευρά η συνείδηση των ανθρώπων είναι πολιτική, και κατ’ επέκτασιν οι πράξεις τους έχουν αποτέλεσμα κι αντίκτυπο πολιτικό. Από την άλλη όμως πλευρά, ενυπάρχει και αναδιπλώνεται η μορφή του «homo economicus», στην οποία κατά το νεοφιλελεύθερο δοκούν χαρίζεται η άνευ όρων ανοχή. Οι Ιταλοί, λοιπόν, ψήφισαν τα δύο κόμματα ως διαμαρτυρία στις ευρωπαϊκές πολιτικές λιτότητας. Δύο κόμματα, που ενισχύονται την ίδια στιγμή σε διαφορετικό βαθμό από το δόγμα του «homo economicus». Ας μην ξεχνάμε την διευρυμένη –ας μου επιτραπεί ο όρος- μήτρα από την οποία αμφότερα προέρχονται.

Και η συνέχεια, τι περιλαμβάνει; Μια νέα πορεία προς τις κάλπες, όπως φαίνεται να σκιαγραφούν τα Ιταλικά μέσα ενημέρωσης, χαρακτηρίζοντας μια νέα εκλογική αναμέτρηση ως μονόδρομο μέσα στο φθινόπωρο. Το Δημοκρατικό Κόμμα, πώς αντιδρά –αν αντιδρά- σε όλη αυτή την αποσύνθεση της ιταλικής κοινωνίας, με τα Πέντε Αστέρια και τη Λέγκα να εγκαινιάζουν ατύπως την προεκλογική τους εκστρατεία; Αντιτίθεται, τρόπον τινά!

Πράγματι, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα φαίνεται να στηρίζει τον Ιταλό Πρόεδρο. Θυμίζω, στο σημείο αυτό την ανάρτηση στο Twitter -για μια ακόμη φορά- σχετικά με γερά νεύρα και αλληλεγγύη στον Πρόεδρο Ματαρέλα και ανάγκη «διάσωσης» της μεγάλης χώρας. Ωστόσο, τρομάζω να σκεφτώ τι θα ακολουθήσει μετά από μια εκ νέου μεν, καλύτερα σχεδιασμένη και σχηματισμένη δε, συμπόρευση της Λέγκα με τη Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι, αλλά και τους συγγενείς εξ ακροδεξιών.

Στην Ιταλία, λοιπόν, αναδύεται ένας ιδιόμορφος -μάλλον- δικομματισμός! Η Ιταλική Λέγκα, -μετά τα ανησυχητικά ποσοστά-, θέλει να παίξει ρόλο βασικού κομματικού παίκτη, αυτού που θα διαμορφώσει τις πολιτικές. Κι όλα αυτά, σε συνθήκες κοινωνικής αδυναμίας της πολιτικής και θεσμικής -ως άλλοτε- Ιταλικής Αριστεράς. Μάλιστα, υπό το δόγμα της σύγχρονης ακροδεξιάς, σε επίπεδο ιταλικό αλλά και πανευρωπαϊκό, η ανάγκη αποτίναξης των ελίτ, αρθρώνεται μέσα από τον ωμό και αιχμηρό λόγο απέναντί τους. Θα λέγαμε, πως εκεί μάλλον θεμελιώνεται η ίδια η κατασκευή -κοινωνικά αλλά και θεσμικά- αυτής της κομματικής-πολιτικής οντότητας της ακροδεξιάς, που σαρώνει στο πέρασμά της. Θα είχε, λοιπόν, ενδιαφέρον να δούμε ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις σύγκλισης των ακροδεξιών κομμάτων ανά την Ευρώπη, τα ποσοστά και η δημοτικότητα των οποίων αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, στα πλαίσια του «αντιευρωπαϊκού μπλοκ» και πώς μπορούν να αντιμετωπιστούν, με πρόσημο και πρόσωπο προοδευτικό.

Πηγή: Offlinepost