Άρθρο γνώμης της Κωνσταντίνας Κανάλε, φοιτήτρια Δημοσιογραφίας
Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2010 έως 2020), η Ελλάδα βίωσε μια απο τις μεγαλύτερες “διαρροές εγκεφάλων” στην Ευρώπη. Χιλιάδες νέοι, κυρίως ηλικίες 20 με 40 ετών, έφευγαν απο τη χώρα για να βρούν καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες, υψηλότερους μισθούς και μια πιο σταθερή καθημερινότητα. Η ανεργία, η οικονομική ανασφάλεια και η έλλειψη προοπτικών ήταν οι βασικοί λόγοι που ώθησαν μια ολόκληρη γενία στο εξωτερικό.
Σήμερα όμως, δεκαπέντε χρόνια μετά, βρισκόμαστε σε μια τελείως διαφορετική φάση. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η μαζική αυτή «φυγή» έχει αρχίσει να επιβραδύνεται, ενώ τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ακόμη και θετικό ισοζύγιο μετανάστευσης, δηλαδή, επιστρέφουν περισσότεροι από όσους φεύγουν. Αυτή η αλλαγή δεν είναι τυχαία και οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων που έχουν διαμορφώσει ένα νέο τοπίο για τους νέους εργαζόμενους.
Η ελληνική αγορά εργασίας παρουσιάζει σαφή σημάδια βελτίωσης. Η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης και οι μισθοί, αν και παραμένουν χαμηλότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχουν αρχίσει να αυξάνονται. Παράλληλα, νέα προγράμματα, όπως το “Rebrain Greece”, στοχεύουν στο να φέρουν πίσω Έλληνες με υψηλή εξειδίκευση, προσφέροντας θέσεις εργασίας με πιο ανταγωνιστικές αποδοχές. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων έχει ενισχύσει το αίσθημα σταθερότητας στη χώρα.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Παρά τη βελτίωση, η μετανάστευση δεν έχει εξαλειφθεί. Πολλοί νέοι εξακολουθούν να αναζητούν προοπτικές στο εξωτερικό, όχι πλέον μόνο από ανάγκη, αλλά συχνά από επιθυμία για μεγαλύτερη επαγγελματική εξέλιξη, εξειδίκευση ή καλύτερη ποιότητα ζωής. Παράγοντες όπως η ακρίβεια, το υψηλό κόστος στέγασης και η αναντιστοιχία μεταξύ πτυχίων και αγοράς εργασίας συνεχίζουν να ωθούν αρκετούς στο να πάρουν την απόφαση να φύγουν.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρουμε ότι ο νόμιμος μισθός στην Ελλάδα το 2025 έχει ανέβει στα 880€ τον μήνα, όμως πολλοί που παίρνουν αυτόν τον μισθό δεν τα βγάζουν πέρα. Το βασικό εισόδημα δεν “δουλεύει” πάντα ως πραγματικό δίχτυ ασφαλείας, ιδιαίτερα όταν συνυπολογιστεί το κόστος ζωής (ενοίκια, λογαριασμοί, τρόφιμα, μεταφορικά κ.λπ.).
Την ίδια στιγμή, όσοι επιστρέφουν το κάνουν για διαφορετικούς λόγους από εκείνους της κρίσης. Πολλοί αναφέρουν ότι η ζωή στο εξωτερικό, αν και επαγγελματικά ικανοποιητική, είναι συχνά μοναχική, απαιτητική και μακριά από οικογένεια και φίλους. Η ανάγκη για ποιότητα ζωής, προσωπικές σχέσεις και μια καθημερινότητα με λιγότερο άγχος φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην απόφαση της επιστροφής. Για αρκετούς, η Ελλάδα προσφέρει αυτό το «κάτι» που λείπει από πολλές ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις.
Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πια στη φάση της μαζικής εξόδου των νέων. Αντίθετα, ζούμε μια περίοδο μετάβασης, όπου η μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον μονόδρομο. Η χώρα προσελκύει ξανά ανθρώπους που είχαν φύγει, ενώ όσοι αναζητούν το εξωτερικό το κάνουν υπό διαφορετικά κριτήρια, πιο συνειδητά και λιγότερο πιεστικά. Το «brain drain» της κρίσης μετατρέπεται σταδιακά σε ένα πιο ισορροπημένο φαινόμενο, όπου η κινητικότητα των νέων αντανακλά επιλογές και όχι απελπισία.
Το μόνο που μένει να δούμε είναι ΑΝ η Ελλάδα θα καταφέρει μέσα στα επόμενα χρόνια να συνεχίσει να δημιουργεί ευκαιρίες που όχι μόνο να κρατούν τους νέους στη χώρα, αλλά και να κάνουν αυτούς που φεύγουν να γυρίσουν πίσω. Γιατί τελικά, αυτό που φαίνεται ξεκάθαρα είναι πως οι νέοι δεν φεύγουν επειδή δεν τους αρέσει η Ελλάδα, αλλά επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή και πρέπει να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες για την ζωή τους.




