Άρθρο γνώμης του Διονύση Ασημιάδη, Υποψήφιου Διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ
Η συγκρότηση της Επιτροπής Συμπαράταξης και Διεύρυνσης είναι μια πολιτική δοκιμασία για το κατά πόσο το κόμμα μπορεί να υπερβεί τα σημερινά του όρια, να συνομιλήσει ξανά με κοινωνικές δυνάμεις που απομακρύνθηκαν, μετατρέποντας τη
διάχυτη ανάγκη για πολιτική αλλαγή σε μια ευρεία, αξιόπιστη και κυβερνητικά ώριμη προοδευτική πρόταση.
Με επικεφαλής τον Κώστα Σκανδαλίδη, η Επιτροπή ξεκίνησε με τη συμμετοχή στελεχών από την πολιτική, την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τον συνδικαλισμό, την πανεπιστημιακή κοινότητα και την αγορά, ενώ στη συνέχεια εμπλουτίστηκε με νέα πρόσωπα και απέκτησε περιφερειακή διάρθρωση. Η παρουσία ανθρώπων με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες αποτυπώνει τη φιλοδοξία να δημιουργηθεί ένας χώρος συνάντησης ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων και όχι απλώς ένας μηχανισμός κομματικών προσχωρήσεων.
Αυτό ακριβώς είναι και το πρώτο μεγάλο στοίχημα της Επιτροπής, να δώσει στη λέξη «διεύρυνση» ουσιαστικό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Η διεύρυνση δεν μπορεί να μετριέται μόνο με τον αριθμό πρώην βουλευτών, αυτοδιοικητικών ή
στελεχών άλλων κομμάτων που αποφασίζουν να συμπορευθούν με το ΠΑΣΟΚ. Αν περιοριστεί σε μια επικοινωνιακή διαχείριση προσώπων, μπορεί να προκαλέσει πρόσκαιρο ενδιαφέρον, μεταβάλλοντας τους πολιτικούς συσχετισμούς. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να επιστρέψουν στην ενεργό πολιτική πολίτες που απογοητεύτηκαν, αποστασιοποιήθηκαν ή δεν αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται. Είναι επίσης να αποκτήσουν φωνή οι νέοι, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, οι μικρομεσαίοι, οι αγρότες, οι επιστήμονες, οι άνθρωποι της περιφέρειας και όσοι βιώνουν τις ανισότητες της καθημερινότητας χωρίς να βλέπουν μια πειστική
προοπτική αλλαγής.
Η Επιτροπή μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στο οργανωμένο κόμμα και σε αυτή την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα. Για να το πετύχει, όμως, οφείλει πρώτα να ακούσει και ύστερα να μιλήσει. Οι περιφερειακές εκδηλώσεις, όπως εκείνες που σχεδιάστηκαν για την Αυτοδιοίκηση και για τις ανάγκες της Κεντρικής Μακεδονίας, μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα εργαλεία, εφόσον δεν περιοριστούν σε κλειστές συγκεντρώσεις στελεχών.
Χρειάζεται να εξελιχθούν σε ανοιχτά εργαστήρια πολιτικής, όπου οι τοπικές κοινωνίες θα καταθέτουν προβλήματα, προτάσεις και προτεραιότητες. Η μέχρι σήμερα προσπάθεια περιφερειακής ανάπτυξης της Επιτροπής δείχνει ότι αναγνωρίζεται η ανάγκη εξόδου από τα κομματικά γραφεία· η επιτυχία της, όμως, θα κριθεί από το εάν αυτή η έξοδος θα οδηγήσει σε πραγματική κοινωνική συμμετοχή. Τα οφέλη μιας επιτυχημένης διεύρυνσης είναι σημαντικά. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανανεώσει το ανθρώπινο δυναμικό του, να εμπλουτίσει το πρόγραμμά του με διαφορετικές εμπειρίες και να ενισχύσει την παρουσία του σε κοινωνικούς και
επαγγελματικούς χώρους όπου η επιρροή του έχει περιοριστεί. Μπορεί, παράλληλα, να αποδείξει ότι αποτελεί έναν ανοιχτό πολιτικό οργανισμό, ικανό να συνθέτει διαφορετικές απόψεις γύρω από έναν κοινό προοδευτικό προσανατολισμό. Κυρίως,
μπορεί να μετατρέψει την ιστορική του παρακαταθήκη σε σύγχρονη πρόταση διακυβέρνησης, συνδέοντας έννοιες όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, το ισχυρό κοινωνικό κράτος και η δημοκρατική λειτουργία των θεσμών με τις νέες προκλήσεις:
την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τις δημογραφικές πιέσεις, την πράσινη μετάβαση,
την τεχνολογική αλλαγή και τις νέες μορφές εργασιακής ανασφάλειας.



